Η κρίση, η πανδημία και η νέα εποχή της λιανικής δεν άφησαν περιθώρια: τα περίπτερα, άλλοτε σύμβολα της γειτονιάς, σβήνουν σιωπηλά από τον χάρτη.
Γράφει η συντακτική ομάδα Insideworld
Η κρίση, η πανδημία και η νέα εποχή της λιανικής δεν άφησαν περιθώρια: τα περίπτερα, άλλοτε σύμβολα της γειτονιάς, σβήνουν σιωπηλά από τον χάρτη.
Η πρώτη ρωγμή στο οικοδόμημα των περιπτέρων ήρθε με την αλλαγή του θεσμικού πλαισίου. Όπως εξηγεί ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Μισθωτών Περιπτέρων, Θεόδωρος Μάλλιος, η μεταφορά της αρμοδιότητας από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας στο Υπουργείο Εσωτερικών και εν συνεχεία στους Δήμους, άλλαξε ριζικά το τοπίο. «Δικαίωμα ζωής και θανάτου επάνω μας», σχολιάζει χαρακτηριστικά, αναφερόμενος στη νέα πραγματικότητα όπου οι άδειες χορηγούνται πλέον μέσω δημοπρασιών και κληρώσεων, με αυστηρά κοινωνικά και οικονομικά κριτήρια.
Οι παλιές άδειες, που δίνονταν σε αναπήρους πολέμου και στελέχη των σωμάτων ασφαλείας, εξαντλούνται σταδιακά, ενώ το 70% των νέων αδειών δημοπρατείται ως δημοτικά ακίνητα. Το υπόλοιπο 30% διατίθεται σε ΑμεΑ και πολύτεκνους, με πολλούς από αυτούς να εγκαταλείπουν το δικαίωμα λόγω «άγονων» σημείων και του κόστους συντήρησης, όπως το τέλος κουβουκλίου.
Η οικονομική κρίση, η πανδημία και η αλλαγή στις καταναλωτικές συνήθειες επιδείνωσαν την κατάσταση. Τα lockdown και το κλείσιμο της εστίασης μείωσαν δραματικά την κίνηση, ενώ οι αλυσίδες μίνι μάρκετ κερδίζουν συνεχώς έδαφος. Οι περιπτερούχοι κάνουν λόγο για εξαντλητικά ωράρια, αυξημένη εγκληματικότητα και μειωμένα περιθώρια κέρδους, ειδικά μετά την υποχρεωτική χρήση POS, που επιβαρύνει τον τζίρο με τραπεζικές προμήθειες.
Στην Αθήνα, ένας περιπτερούχος χρειάζεται καθημερινό τζίρο άνω των 1.400 ευρώ για να καλύψει τα έξοδα, ενώ σε πόλεις της επαρχίας υπάρχουν περίπτερα που δεν ξεπερνούν τα 20-40 ευρώ ημερησίως. Πολλά κουβούκλια παραμένουν ξενοίκιαστα και οι Δήμοι τα απομακρύνουν, θεωρώντας τα εστίες μόλυνσης.
Παρά τις δυσκολίες, ο κλάδος δεν έχει σβήσει. Εκτός από τους ανεξάρτητους επαγγελματίες, δραστηριοποιούνται και εταιρείες όπως οι Smile Kiosk, Magic Box, Point24hrs Kiosk, Street Point και Kiosky’s. Οι δύο τελευταίες, πάντως, στρέφονται πλέον στα μίνι μάρκετ, εγκαταλείποντας το παραδοσιακό μοντέλο του περιπτέρου.
«Όχι, δεν σβήνουμε», επιμένει ο κ. Μάλλιος. «Τα περίπτερα έχουν μπροστά τους 20-30 χρόνια ζωής. Ίσως να μείνουν 2.500, αλλά δεν θα εξαφανιστούν». Ο τουρισμός, άλλωστε, λειτουργεί ως σωσίβιο: για τους ξένους επισκέπτες, τα περίπτερα παραμένουν ένα γραφικό αξιοθέατο, ένα μικρό κιόσκι γεμάτο εκπλήξεις, που εξακολουθεί να μαγνητίζει τα βλέμματα στις γωνιές της Ελλάδας.
Η ιστορία των ελληνικών περιπτέρων ξεκινά το φθινόπωρο του 1911, όταν στην οδό Πανεπιστημίου, έξω από τη στοά Αρσάκη, έκανε την εμφάνισή του το πρώτο περίπτερο της χώρας. Ήταν μια εποχή που η Αθήνα άλλαζε πρόσωπο και το μικρό αυτό κιόσκι έμελλε να σηματοδοτήσει την απαρχή ενός θεσμού που θα ριζώσει βαθιά στην αστική καθημερινότητα. Σύντομα, τα περίπτερα έγιναν αναπόσπαστο στοιχείο του ελληνικού τοπίου, με τα πιο δημοφιλή να στέκουν περήφανα στην Ομόνοια, στο Σύνταγμα και έξω από τον Εθνικό Κήπο, προσφέροντας στους περαστικούς από εφημερίδες και τσιγάρα μέχρι τουριστικά σουβενίρ.
Το περίπτερο της Πανεπιστημίου, ωστόσο, δεν ξεχώρισε μόνο για την πρωτιά του. Η μοίρα του το συνέδεσε με κομβικές στιγμές της αθηναϊκής ιστορίας. Τον Οκτώβριο του 1997, κατά τη διάρκεια των έργων για την κατασκευή του Μετρό, το έδαφος υποχώρησε και το περίπτερο βυθίστηκε κυριολεκτικά στο υπέδαφος. Η σκηνή καταγράφηκε τυχαία από τηλεοπτικό συνεργείο, με τον περιπτερούχο να διασώζεται την τελευταία στιγμή. Μετά από πολύμητες συζητήσεις, το ιστορικό περίπτερο επανήλθε στο ίδιο σημείο, ως σύμβολο ανθεκτικότητας και συνέχειας.
Η συμβολή των περιπτέρων δεν περιορίζεται μόνο στην εξυπηρέτηση του πολίτη· αποτέλεσαν και εφαλτήριο για επιχειρηματική ανέλιξη. Δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι ο Γιάννης Γεωργακάς, ιδρυτής του θρυλικού Μινιόν, και οι αδελφοί Χόντος, δημιουργοί της αλυσίδας Hondos Center. Ο Γεωργακάς, μαζί με τον Άγγελο Σεραφειμίδη, εγκαινίασε το περίπτερο «Μινιόν» το 1934 στην οδό Σταδίου. Λίγο αργότερα, το μετέφεραν στην Αιόλου 104, όπου καινοτόμησαν, μετατρέποντας τις πλαϊνές πτέρυγες σε βιτρίνες με είδη καθημερινής χρήσης. Το Μινιόν εξελίχθηκε στο πρώτο μεγάλο πολυκατάστημα της Ελλάδας, γράφοντας ιστορία στο ελληνικό λιανεμπόριο.
Αντίστοιχα, οι πέντε αδελφοί Χόντος – Αργύρης, Γιάννης, Νίκος, Κώστας και Γιώργος – ξεκίνησαν ως πλασιέ σαπουνιών και καλλυντικών και ανέλαβαν τη λειτουργία ενός περιπτέρου στην οδό Ομήρου τη δεκαετία του ’60. Από εκεί απέκτησαν εμπειρία, χτίζοντας σχέσεις με προμηθευτές και πελάτες. Με τις οικονομίες τους, άνοιξαν το πρώτο τους κατάστημα ακριβώς απέναντι από το περίπτερο, θέτοντας τα θεμέλια για την επιχειρηματική αυτοκρατορία που θα ακολουθούσε.
Τα περίπτερα, λοιπόν, δεν είναι απλώς σημεία πώλησης· είναι μάρτυρες της αστικής εξέλιξης, φορείς κοινωνικής ιστορίας και, ενίοτε, αφετηρίες για μεγάλες επιχειρηματικές πορείες. Από το πρώτο κιόσκι του 1911 μέχρι τις σύγχρονες προκλήσεις, η διαδρομή τους είναι γεμάτη στιγμές που αξίζει να θυμόμαστε.
Πηγή: newmoney.gr
Πηγή φωτογραφίας 1: newmoney.gr
Πηγή φωτοφραφίας 2: newmoney.gr
