Συνελήφθη και απελάθηκε στην Αμερική ο Πρόεδρος της Βενεζουέλας Νίκολας Μαδούρο από κομάντο της Delta Force – Κενό δίκαιο σε μια νέα παγκόσμια πραγματικότητα
[control_description]
Συνελήφθη και απελάθηκε στην Αμερική ο Πρόεδρος της Βενεζουέλας Νίκολας Μαδούρο από κομάντο της Delta Force – Κενό δίκαιο σε μια νέα παγκόσμια πραγματικότητα
Η σύλληψη ενός εν ενεργεία αρχηγού κράτους αποτελεί ένα από τα πιο σπάνια και επικίνδυνα γεγονότα στη διεθνή πολιτική σκηνή. Η περίπτωση του Νικολάς Μαδούρο, όπως εξελίσσεται μετά τον βομβαρδισμό του Καράκας, ξυπνά αναπόφευκτα μνήμες από την επιχείρηση σύλληψης του στρατηγού Μανουέλ Νοριέγκα στον Παναμά, όταν ο Τζορτζ Μπους δικαιολόγησε την επέμβαση ως «αποκατάσταση της δημοκρατίας». Σήμερα, όμως, η διεθνής κοινότητα αντιμετωπίζει τέτοιες ενέργειες με πολύ μεγαλύτερη καχυποψία, βλέποντας σε αυτές την επιστροφή ενός μοντέλου εξωτερικής πολιτικής που πολλοί θεωρούσαν ξεπερασμένο.

Η εσωτερική αντίφαση: η βάση του Τραμπ και το κατεστημένο της Ουάσιγκτον
Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, η κρίση στη Βενεζουέλα αποκαλύπτει μια βαθιά αντίφαση. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η εκλογική βάση του Τραμπ, και από την άλλη το θεσμικό κατεστημένο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.
Η εκλογική βάση του Τραμπ – μια δομικά αντιπολεμική ταυτότητα
Η βάση του Τραμπ δεν είναι απλώς επιφυλακτική απέναντι σε ξένες στρατιωτικές επεμβάσεις· είναι δομικά εχθρική προς αυτές. Η εχθρότητα αυτή έχει βαθιές κοινωνικές και ιδεολογικές ρίζες. Πολλοί από τους ψηφοφόρους του προέρχονται από κοινότητες που πλήρωσαν βαρύ τίμημα στους πολέμους της Μέσης Ανατολής — τόσο σε ανθρώπινες απώλειες όσο και σε οικονομικό κόστος. Για αυτούς, οι επεμβάσεις στο Ιράκ, στη Λιβύη και στο Αφγανιστάν συμβολίζουν μια πολιτική ελίτ που θυσίασε ζωές και πόρους για στόχους που δεν ωφέλησαν την αμερικανική κοινωνία.
Επιπλέον, η βάση του Τραμπ έχει διαμορφωθεί γύρω από μια έντονη δυσπιστία προς την παραδοσιακή εξωτερική πολιτική της Ουάσιγκτον. Η ιδέα ότι οι ΗΠΑ θα επιλέξουν έναν νέο ηγέτη για τη Βενεζουέλα και θα τον επιβάλουν από έξω θεωρείται από αυτούς κατάλοιπο νεοσυντηρητικής αλαζονείας — ακριβώς του μοντέλου που ο Τραμπ είχε δεσμευτεί να εγκαταλείψει. Μια επέμβαση στη Βενεζουέλα θα εκλαμβανόταν ως προδοσία της ταυτότητας Τραμπ, ο οποίος είχε παρουσιαστεί ως ο ηγέτης που «βάζει την Αμερική πρώτα» και αποφεύγει τις περιττές ξένες εμπλοκές.

Απέναντι σε αυτή τη λαϊκή δυσπιστία βρίσκεται το θεσμικό κατεστημένο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Για τους θεσμικούς παράγοντες, η Βενεζουέλα αποτελεί κρίσιμο γεωπολιτικό πεδίο: διαθέτει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο και λειτουργεί ως σημείο αντιπαράθεσης με τη Ρωσία και την Κίνα, που έχουν επενδύσει σημαντικά στη χώρα. Μια αμερικανική επέμβαση θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει την ισορροπία δυνάμεων στη Λατινική Αμερική και να ενισχύσει την αμερικανική επιρροή σε μια περιοχή όπου η Ουάσιγκτον αισθάνεται ότι χάνει έδαφος.
Η στρατηγική παγίδα του Τραμπ
Ο Τραμπ είχε επενδύσει πολιτικά στην εικόνα του «ειρηνοποιού», του ηγέτη που κλείνει πολέμους αντί να ανοίγει νέους. Η κλιμάκωση στη Βενεζουέλα τον φέρνει σε μια επικίνδυνη στρατηγική παγίδα: αν δεν δράσει, κατηγορείται για αδυναμία· αν δράσει, κατηγορείται ότι προδίδει την ίδια του την ταυτότητα.
Η σύγκρουση ανάμεσα στη βάση του και το κατεστημένο της Ουάσιγκτον τον τοποθετεί σε μια θέση όπου κάθε επιλογή έχει πολιτικό κόστος. Η κρίση στη Βενεζουέλα δεν είναι απλώς μια διεθνής κρίση· είναι μια κρίση ταυτότητας για την ίδια την αμερικανική εξωτερική πολιτική.
Ηθική βάση ή εμπορική στρατηγική;
Το κεντρικό ερώτημα που αναδύεται είναι αν η απόφαση για επίθεση στη Βενεζουέλα έχει πραγματική ηθική βάση ή αν αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής για την εξυπηρέτηση εμπορικών και γεωπολιτικών συμφερόντων.
Η «ηθική» αφήγηση μιλά για αποκατάσταση της δημοκρατίας, προστασία ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στήριξη ενός λαού που ζει σε οικονομική κατάρρευση. Όμως, μετά τα προηγούμενα του Ιράκ και της Λιβύης, η διεθνής κοινότητα αντιμετωπίζει τέτοιες δικαιολογίες με μεγάλη δυσπιστία.
Από την άλλη πλευρά, τα εμπορικά και στρατηγικά συμφέροντα είναι εμφανή: ο έλεγχος των τεράστιων ενεργειακών αποθεμάτων της Βενεζουέλας, η απομάκρυνση της ρωσικής και κινεζικής επιρροής και η ενίσχυση της αμερικανικής παρουσίας στη Λατινική Αμερική αποτελούν ισχυρά κίνητρα. Παράλληλα, μια επιτυχημένη εξωτερική επιχείρηση μπορεί να λειτουργήσει ως αντιπερισπασμός από εσωτερικές πολιτικές πιέσεις, ενώ ανοίγει τον δρόμο για νέες ενεργειακές συμφωνίες με αμερικανικές εταιρείες.
Συμπερασματικά η σύλληψη Μαδούρο και η πιθανότητα αμερικανικής επέμβασης στη Βενεζουέλα δεν αποτελούν μόνο μια διεθνή κρίση. Αποτελούν μια κρίση ταυτότητας για τις ΗΠΑ:
μια σύγκρουση ανάμεσα στην υπόσχεση του Τραμπ να τερματίσει τους πολέμους και στην πραγματικότητα μιας υπερδύναμης που εξακολουθεί να λειτουργεί με βάση γεωπολιτικούς και οικονομικούς υπολογισμούς.
Πηγή φωτογραφίας 1: eu.usatoday.com
Πηγή φωτογραφίας 2: washingtonpost.com
Πηγή φωτογραφίας 3: washingtonpost.com|
Πηγή φωτογραφίας 4: msn.com


