Edit Template

Σύμφωνα με τα επίσημα δεδομένα, από το 2020 έως το 2024 οι συστημικές τράπεζες μεταβίβασαν σε ξένα funds πακέτα «κόκκινων» δανείων συνολικής ονομαστικής αξίας 36,39 δισεκατομμυρίων ευρώ, εισπράττοντας μόλις 1,498 δισ. ευρώ.

Facebook
X (Twitter)
Αντιγραφή Συνδέσμου
Ομάδα σύνταξης moneypress insideworld.gr

Μια από τις πιο σκοτεινές και αμφιλεγόμενες υποθέσεις της ελληνικής οικονομικής πολιτικής των τελευταίων ετών αποκαλύπτεται μέσα από τα στοιχεία για το πρόγραμμα «Ηρακλής» και τις τιτλοποιήσεις μη εξυπηρετούμενων δανείων. Σύμφωνα με τα επίσημα δεδομένα, από το 2020 έως το 2024 οι συστημικές τράπεζες μεταβίβασαν σε ξένα funds πακέτα «κόκκινων» δανείων συνολικής ονομαστικής αξίας 36,39 δισεκατομμυρίων ευρώ, εισπράττοντας μόλις 1,498 δισ. ευρώ. Με άλλα λόγια, τα funds απέκτησαν δάνεια πολιτών στο 4% της αξίας τους, σε τιμές που κανένας δανειολήπτης δεν είχε ποτέ τη δυνατότητα να διεκδικήσει.

Η αρχιτεκτονική του προγράμματος «Ηρακλής» σχεδιάστηκε ώστε να «καθαρίσουν» οι ισολογισμοί των τραπεζών από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Για τον σκοπό αυτό, τα δάνεια χωρίστηκαν σε τρεις κατηγορίες ομολόγων. Τα Senior Notes, συνολικής αξίας 21 δισ. ευρώ, θεωρήθηκαν τα «καλά» δάνεια και μεταφέρθηκαν με εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Αυτό σημαίνει ότι, αν οι εισπράξεις δεν επαρκέσουν, η εγγύηση θα καταπέσει και το κράτος –δηλαδή ο Έλληνας φορολογούμενος– θα κληθεί να καλύψει τη ζημιά. Αντίθετα, τα δάνεια μεσαίας και χαμηλής διαβάθμισης, τα Mezzanine και Junior Notes, που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του ρίσκου, αγοράστηκαν από τα funds σε εξευτελιστικές τιμές. Παρότι αποκτήθηκαν για μόλις 1,48 δισ. ευρώ, τα επίσημα business plans που κατατέθηκαν στη Βουλή δείχνουν ότι οι επενδυτές στοχεύουν σε εισπράξεις 14 δισ. ευρώ πάνω από τις κρατικές εγγυήσεις, δηλαδή σε έναν δεκαπλασιασμό της επένδυσής τους μέσα σε πέντε χρόνια.

Οι τράπεζες, για να προχωρήσουν στις πωλήσεις, κατέγραψαν τεράστιες λογιστικές ζημιές. Αυτές οι ζημιές όμως δεν εξαφανίστηκαν· μεταφέρθηκαν στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ), το οποίο κατείχε τότε σημαντικά ποσοστά στις τράπεζες. Η αξία των συμμετοχών του ΤΧΣ μειώθηκε δραματικά, με αποτέλεσμα το κόστος να μετακυλιστεί τελικά στον Έλληνα φορολογούμενο. Παράλληλα, το Δημόσιο παρείχε συνολικά 19,2 δισ. ευρώ σε κρατικές εγγυήσεις, μειώνοντας ουσιαστικά το ρίσκο των funds και εξασφαλίζοντάς τους ένα σχεδόν «σίγουρο» επενδυτικό περιβάλλον.

Την ίδια στιγμή, οι δανειολήπτες δεν είχαν καμία δυνατότητα να εξαγοράσουν τα δάνειά τους σε αντίστοιχες τιμές. Παρά το γεγονός ότι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες –όπως η Ιρλανδία και η Πορτογαλία– εφαρμόστηκαν προγράμματα εξαγοράς δανείων από τους ίδιους τους οφειλέτες σε τιμές κοντά σε αυτές των funds, στην Ελλάδα οι τράπεζες και το οικονομικό επιτελείο επέλεξαν να μην επιτρέψουν κάτι τέτοιο. Η επίσημη δικαιολογία ήταν ότι «δεν το επιτρέπει το ευρωπαϊκό πλαίσιο», όμως η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ξεκαθαρίσει ότι το πρόγραμμα «Ηρακλής» δεν αποτελεί κρατική ενίσχυση και δεν απαγορεύει τέτοιες ρυθμίσεις. Συνεπώς, η επιλογή ήταν πολιτική και τραπεζική, όχι νομική.

Σύμφωνα με διεθνείς αναλύσεις, όπως αυτές της DBRS Morningstar, το πρόγραμμα «Ηρακλής» πράγματι μείωσε τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των τραπεζών σε μονοψήφια ποσοστά, επιτρέποντάς τους να επιστρέψουν στην κερδοφορία. Ωστόσο, το ιδιωτικό χρέος δεν εξαφανίστηκε· απλώς μεταφέρθηκε από τις τράπεζες στα funds, τα οποία πλέον ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος των ρυθμίσεων και των πλειστηριασμών. Το ΔΝΤ έχει επισημάνει ότι οι servicers έχουν εξελιχθεί σε «κεντρικούς παίκτες» στη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους, ενώ οι εισπράξεις των funds αναμένεται να αυξηθούν σημαντικά τα επόμενα χρόνια, καθώς τα business plans των τιτλοποιήσεων βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη.

Το πρόγραμμα «Ηρακλής» πέτυχε τον στόχο του ως προς τις τράπεζες: οι ισολογισμοί τους καθάρισαν, οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας βελτιώθηκαν και η κερδοφορία επέστρεψε. Όμως το κόστος μεταφέρθηκε στην κοινωνία. Τα funds απέκτησαν τεράστια περιουσία σε εξευτελιστικές τιμές, οι δανειολήπτες βρέθηκαν αντιμέτωποι με επιθετικές πρακτικές και πλειστηριασμούς, και το Δημόσιο ανέλαβε το μεγαλύτερο μέρος του ρίσκου. Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: Γιατί το ελληνικό κράτος δεν προστάτευσε τους πολίτες με τον ίδιο ζήλο που προστάτευσε τις τράπεζες και τους επενδυτές;

 

Πηγή: topontiki.gr
Πηγή φωτογραφίας 1: ieidiseis.gr
Πηγή φωτογραφίας 2: topontiki.gr
Πηγή φωτογραφίας 3: enikos.gr