Edit Template

Το πρωί της Τετάρτης 28 Ιανουαρίου 2026 τελέστηκε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών Αρχιερατικό Συλλείτουργο και Επιμνημόσυνη Δέηση για τη συμπλήρωση 18 ετών από την προς Κύριον εκδημία του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου

Facebook
X (Twitter)
Αντιγραφή Συνδέσμου
Ομάδα σύνταξης socialpress Insideworld

Δεκαοκτώ χρόνια συμπληρώθηκαν φέτος από την κοίμηση του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χριστοδούλου, ο οποίος έφυγε από τη ζωή στις 28 Ιανουαρίου 2008, αφήνοντας πίσω του ένα έντονο και αμφίσημο αποτύπωμα στην Εκκλησία και στον δημόσιο βίο της χώρας.

Το μνημόσυνο στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών
Το πρωί της Τετάρτης 28 Ιανουαρίου 2026 τελέστηκε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών Αρχιερατικό Συλλείτουργο και Επιμνημόσυνη Δέηση για τη συμπλήρωση 18 ετών από την προς Κύριον εκδημία του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου. Ακολούθησε τρισάγιο στον τάφο του, παρουσία ιεραρχών, κληρικών και πιστών που προσήλθαν για να τιμήσουν τη μνήμη του.

Στην τελετή συμμετείχαν οι Μητροπολίτες Κερκύρας Νεκτάριος, Σερρών Θεολόγος, Πειραιώς Σεραφείμ, Σύρου Δωρόθεος, Κυθήρων Χρυσόστομος και ο Βρεσθένης Θεόκλητος, καθώς και ιερείς που υπήρξαν πνευματικά του παιδιά. Ο Μητροπολίτης Σύρου Δωρόθεος μίλησε για την προσωπικότητα και την παρακαταθήκη του Χριστοδούλου, ενώ ο Μητροπολίτης Κερκύρας Νεκτάριος αναφέρθηκε σε στιγμές της κοινής τους πορείας και στον τρόπο με τον οποίο ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος σημάδεψε την εκκλησιαστική ζωή της χώρας.

Η ατμόσφαιρα ήταν φορτισμένη συγκινησιακά, με πολλούς από τους παρευρισκόμενους να μιλούν για έναν ιεράρχη που «δεν φοβήθηκε να πάρει θέση» και που, ακόμη και μετά τον θάνατό του, εξακολουθεί να προκαλεί ερωτήματα και συγκρίσεις με το σήμερα.

Μια αρχιεπισκοπία που σημάδεψε εποχή
Για πολλούς, με την κοίμηση του Χριστοδούλου «έκλεισε μια ολόκληρη εποχή», φορτισμένη με παρεμβάσεις, συγκρούσεις και έναν λόγο που ξεπερνούσε τα στενά όρια της Εκκλησίας. Από την ενθρόνισή του στις 9 Μαΐου 1998, είχε καταστεί σαφές ότι δεν επρόκειτο για έναν «ήσυχο» προκαθήμενο, αλλά για έναν ιεράρχη που θα διεκδικούσε ενεργό ρόλο στον δημόσιο διάλογο, με σαφείς θέσεις για την κοινωνία, τη νεολαία, την Ευρώπη και την Ελλάδα.

Η φράση του «Είμαι ο Χριστόδουλός σας» δεν έμεινε απλώς ως σύνθημα, αλλά καταγράφηκε στη συλλογική μνήμη ως δήλωση οικειότητας και διάθεσης να βρίσκεται κοντά στον κόσμο, να συνομιλεί μαζί του χωρίς αποστάσεις. Υποστήριξε έναν κλήρο ενεργό και κοινωνικά ευαίσθητο, που θα στέκεται δίπλα σε κάθε άνθρωπο που δοκιμάζεται, ενώ έδωσε ιδιαίτερο βάρος στους νέους, τους οποίους αντιμετώπισε όχι ως πρόβλημα αλλά ως προοπτική, ζητώντας συγγνώμη για τα λάθη των προηγούμενων γενεών και καλώντας τους να πλησιάσουν την Εκκλησία «ακόμα και με το σκουλαρίκι».

Δεν δίστασε να μεταφέρει την Εκκλησία στον χώρο της καθημερινότητας, υιοθετώντας έναν άμεσο, συχνά αιχμηρό, αλλά πάντοτε αναγνωρίσιμο και προσωπικό λόγο. Αυτή η στάση τον κατέστησε εξαιρετικά δημοφιλή, αλλά και έντονα διχαστική φυσιογνωμία, με φανατικούς υποστηρικτές και σφοδρούς επικριτές.

Συγκρούσεις, παρεμβάσεις και δημόσιος λόγος
Η περίοδος της αρχιεπισκοπίας του συνέπεσε με κρίσιμες καμπές για τη χώρα. Η αντιπαράθεσή του με την κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη για την αναγραφή του θρησκεύματος στις αστυνομικές ταυτότητες εξελίχθηκε σε μία από τις πιο έντονες κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις της μεταπολίτευσης. Ο Χριστόδουλος κατάφερε να κινητοποιήσει εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες, να οργανώσει συλλαλητήρια πρωτόγνωρης μαζικότητας και να φέρει την Εκκλησία στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης.

Ο λόγος του ήταν ωμός και χωρίς υπεκφυγές. Μιλούσε για «άθεη ιντελιγκέντσια» και για κύκλους που, όπως υποστήριζε, υπονομεύουν τα εθνικά θεμέλια της χώρας, σημειώνοντας χαρακτηριστικά: «Κύκλοι της άθεης ιντελιγκέντσιας και όχι μόνον αυτοί, απέκτησαν κυβερνητική φωνή και δύναμη και παρέσυραν τον πρωθυπουργό. Οι θιασώτες του εκκοσμικευμένου και άθεου κράτους διατείνονται ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να ασκεί δημόσια επιρροή».

Ακόμη και όσοι διαφωνούσαν μαζί του αναγνώριζαν ότι δεν απέφευγε τη σύγκρουση. Όπως έχει επισημάνει ο Μητροπολίτης Κερκύρας Νεκτάριος, αναφερόμενος και στα χρόνια της πανδημίας, «ο Χριστόδουλος δεν θα κρυβόταν», υπογραμμίζοντας έτσι την εικόνα ενός ιεράρχη που θα επέλεγε την ανοιχτή αντιπαράθεση αντί της σιωπής.

Ο θάνατος, οι θεωρίες συνωμοσίας και η ταύτιση
Ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος εκοιμήθη ύστερα από μακρά μάχη με τον καρκίνο, σε ηλικία 69 ετών. Ο θάνατός του συνοδεύτηκε από βαθύ πένθος, αλλά και από την ανάπτυξη πλήθους θεωριών συνωμοσίας, σύμφωνα με τις οποίες δήθεν στοχοποιήθηκε επειδή ενοχλούσε τη «Νέα Τάξη Πραγμάτων». Σενάρια περί δηλητηρίασης, «φυτεμένου» καρκίνου ή συγκάλυψης κυκλοφόρησαν ευρέως και κατά καιρούς επανέρχονται.

Τίποτα από αυτά δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ· τα ιατρικά δεδομένα και οι διαδικασίες που ακολουθήθηκαν ήταν σαφή. Ωστόσο, η επιμονή αυτών των θεωριών μαρτυρεί το εύρος της απήχησής του: ένα μέρος της κοινωνίας δυσκολεύτηκε να αποδεχθεί ότι έφυγε «απλώς» λόγω ασθένειας. Τόσο βαθιά υπήρξε η ταύτιση με το πρόσωπό του.

Η παρακαταθήκη και το επίμονο ερώτημα
Το μήνυμα που άφησε πίσω του παραμένει ζωντανό: πίστη, ταυτότητα, προσωπική ευθύνη, ελευθερία της συνείδησης. «Μείνατε εδραίοι και αμετακίνητοι σε όσα μάθατε», συνήθιζε να λέει, καλώντας τους πιστούς να κρατήσουν σταθερή την πνευματική τους πορεία.

Ακόμη και σήμερα, χρόνια μετά τον θάνατό του, επανέρχεται αυθόρμητα το ερώτημα: «Αν ζούσε ο Χριστόδουλος, θα γίνονταν όλα αυτά;». Ίσως επειδή η παρουσία του, ο δημόσιος λόγος και η στάση του απέναντι στα γεγονότα άφησαν ίχνη που δεν σβήστηκαν με τον χρόνο. Είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί κανείς μαζί του, ο Χριστόδουλος υπήρξε μια ισχυρή προσωπικότητα που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο η Εκκλησία απευθυνόταν στην κοινωνία—ένας Αρχιεπίσκοπος που δεν φοβήθηκε να πάρει θέση, να συγκρουστεί, να αγαπηθεί και να μισηθεί.

Κάθε 28η Ιανουαρίου, το μνημόσυνο στη μνήμη του δεν είναι μόνο μια τελετή τιμής, αλλά και μια αφορμή αναστοχασμού για το αποτύπωμα που άφησε σε Εκκλησία και κοινωνία.

 

Πηγή φωτογραφίας 1: protothema.gr
Πηγή φωτογραφίας 2: protothema.gr
Πηγή φωτογραφίας 3: protothema.gr
Πηγή φωτογραφίας 4: newsbreak.gr