Η ενεργειακή φτώχεια αποκτά νέους κανόνες και νέα κριτήρια, αναδεικνύοντας ως ευάλωτους χιλιάδες νοικοκυριά που πλήττονται από αυξημένο κόστος θέρμανσης, ψύξης και καυσίμων.
Ομάδα σύνταξης moneypress Insideworld
Η ενεργειακή φτώχεια αποκτά νέους κανόνες και νέα κριτήρια, αναδεικνύοντας ως ευάλωτους χιλιάδες νοικοκυριά που πλήττονται από αυξημένο κόστος θέρμανσης, ψύξης και καυσίμων.
Η Ελλάδα περνά σε μια νέα εποχή στον τρόπο με τον οποίο ορίζεται και εντοπίζεται η ενεργειακή φτώχεια, μέσα από το επικαιροποιημένο Σχέδιο Δράσης για την Καταπολέμηση της Ενεργειακής Ένδειας που εγκρίθηκε από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Το νέο πλαίσιο αντικαθιστά το προηγούμενο του 2021 και εισάγει μια πιο σύνθετη, δυναμική και κοινωνικά στοχευμένη μεθοδολογία, πλήρως ευθυγραμμισμένη με την ευρωπαϊκή Οδηγία 2023/1791/ΕΕ. Η αλλαγή αυτή κρίθηκε αναγκαία, καθώς η προηγούμενη μεθοδολογία βασιζόταν κυρίως σε εισοδηματικά κριτήρια και δεν αποτύπωνε επαρκώς την πραγματική δυσκολία των νοικοκυριών να καλύψουν τις ενεργειακές τους ανάγκες.

Η νέα μεθοδολογία εντοπισμού ενεργειακά φτωχών νοικοκυριών συνδυάζει δεδομένα για το διαθέσιμο εισόδημα, τις ενεργειακές δαπάνες και την ικανότητα κάλυψης των ελάχιστων ενεργειακών αναγκών. Εξετάζεται αν το ετήσιο ενεργειακό κόστος ενός νοικοκυριού είναι χαμηλότερο από το απαιτούμενο για την κάλυψη βασικών αναγκών, αλλά και αν το καθαρό εισόδημά του βρίσκεται κάτω από το όριο της σχετικής φτώχειας, όπως αυτό ορίζεται από την ΕΛΣΤΑΤ. Με αυτόν τον τρόπο, το σύστημα δεν εντοπίζει μόνο τα νοικοκυριά με χαμηλό εισόδημα, αλλά και εκείνα που, παρά το μέτριο ή και υψηλότερο εισόδημα, επιβαρύνονται δυσανάλογα λόγω υψηλών ενεργειακών αναγκών ή ενεργοβόρων κατοικιών.
Για πρώτη φορά, ο χαρακτηρισμός της ενεργειακής ένδειας περιλαμβάνει και την ψύξη των κατοικιών. Η ενσωμάτωση αυτή θεωρείται κρίσιμη, καθώς η Ελλάδα βιώνει ολοένα συχνότερους καύσωνες και ακραίες θερμοκρασίες λόγω της κλιματικής αλλαγής, γεγονός που καθιστά την ψύξη εξίσου σημαντική με τη θέρμανση. Παράλληλα, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην ποιότητα του κτιριακού αποθέματος. Οι κατοικίες χαμηλής ενεργειακής απόδοσης οδηγούν σε δυσανάλογα υψηλό κόστος ενέργειας, με αποτέλεσμα τα νοικοκυριά που διαμένουν σε τέτοια κτίρια να κινδυνεύουν περισσότερο από ενεργειακή φτώχεια, ανεξάρτητα από το εισόδημά τους.

Ιδιαίτερη σημασία δίνεται και στις επιπτώσεις του ETS 2, του νέου ευρωπαϊκού συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπών που θα επιβαρύνει τα καύσιμα θέρμανσης και τις οδικές μεταφορές. Η επιβολή πρόσθετου κόστους άνθρακα αναμένεται να αυξήσει τις τιμές των καυσίμων, πλήττοντας δυσανάλογα τα ευάλωτα νοικοκυριά, ειδικά όσα εξαρτώνται από ορυκτά καύσιμα για τη θέρμανσή τους. Το Σχέδιο Δράσης προβλέπει την ανάγκη έγκαιρης αξιολόγησης των επιπτώσεων και τη λήψη αντισταθμιστικών μέτρων, ώστε η μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών να μην εντείνει τις κοινωνικές ανισότητες.
Με το νέο πλαίσιο, η Ελλάδα επιχειρεί να αντιμετωπίσει την ενεργειακή φτώχεια με πιο δίκαιο, ρεαλιστικό και κοινωνικά ευαίσθητο τρόπο. Η μετάβαση από έναν στενό εισοδηματικό ορισμό σε μια πολυδιάστατη προσέγγιση επιτρέπει την καλύτερη στόχευση των πολιτικών στήριξης και την προστασία των νοικοκυριών που κινδυνεύουν περισσότερο, σε μια περίοδο όπου οι ενεργειακές προκλήσεις εντείνονται.
Πηγή φωτογραφίας 1: in2life.gr
Πηγή φωτογραφίας 2: dnews.gr
Πηγή φωτογραφία 3: buildinggreen.gr

