Edit Template

ΑΑΔΕ: Ληξιπρόθεσμα χρέη 111,62 δισ. ευρώ με 4,24 εκατ. οφειλέτες – ΤτΕ: Πληθωρισμός 2,9% τον Νοέμβριο 2025 υψηλότερος από ΕΕ – ΟΟΣΑ: Εισόδημα 15% χαμηλότερο από το 2009

Facebook
X (Twitter)
Αντιγραφή Συνδέσμου
Ομάδα σύνταξης moneypress Insideworld

Η ελληνική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με τρεις παράλληλες προκλήσεις που αποτυπώνουν την πίεση στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις: η εκτόξευση των ληξιπρόθεσμων χρεών προς την εφορία, η επιμονή του πληθωρισμού σε επίπεδα υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και η διαπιστωμένη μείωση του πραγματικού εισοδήματος των πολιτών σε σχέση με το 2009. Τα στοιχεία από τις αρμόδιες αρχές και τις πρόσφατες έρευνες καταγράφουν μια εικόνα όπου οι φορολογικές υποχρεώσεις αυξάνονται, οι τιμές σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες παραμένουν υψηλές και η αγοραστική δύναμη δεν έχει ανακάμψει πλήρως, παρά την πορεία ανάπτυξης της οικονομίας.

Έκρηξη των χρεών προς την εφορία
Τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς την ΑΑΔΕ έχουν ξεπεράσει τα 110 δισ. ευρώ μέσα στο 2025, γεγονός που αποτυπώνει τη δυσκολία μεγάλου μέρους των φορολογουμένων να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του. Στο δεκάμηνο Ιανουαρίου–Οκτωβρίου 2025, οι νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές ανήλθαν σε 7,797 δισ. ευρώ, αυξημένες κατά 17,1% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2024. Από αυτά, 7,258 δισ. ευρώ ήταν καθαρά φορολογικές οφειλές, καταγράφοντας ετήσια αύξηση 24,4%. Μόνο τον Οκτώβριο καταγράφηκαν νέες οφειλές ύψους 829 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων σχεδόν το 90% προέρχεται από φόρο εισοδήματος και ΦΠΑ.

Ο αριθμός των φορολογουμένων που έχουν οφειλές ξεπέρασε τους 4.242.507 τον Απρίλιο του 2025, αυξημένος κατά 470.000 σε σχέση με το τέλος του 2024. Το συνολικό ληξιπρόθεσμο χρέος έφτασε τα 111,62 δισ. ευρώ τον Αύγουστο του 2025, εκ των οποίων 27,17 δισ. ευρώ χαρακτηρίστηκαν ανεπίδεκτα είσπραξης, αφήνοντας καθαρό υπόλοιπο 84,46 δισ. ευρώ. Παρά το μέγεθος του προβλήματος, μόλις 3,6 δισ. ευρώ βρίσκονται σε ενεργές ρυθμίσεις, γεγονός που δείχνει ότι η συντριπτική πλειονότητα των χρεών παραμένει εκτός οργανωμένων σχεδίων αποπληρωμής. Η εικόνα αυτή καταδεικνύει την αδυναμία των φορολογουμένων να ενταχθούν σε ρυθμίσεις ή να τις διατηρήσουν ενεργές, με αποτέλεσμα η φοροεισπρακτική αποτελεσματικότητα να δοκιμάζεται.

Πληθωρισμός υψηλότερος από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο
Ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή (HICP) στην Ελλάδα ανέβηκε στο 2,9% τον Νοέμβριο του 2025, από 1,6% τον Οκτώβριο, επιστρέφοντας πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης μετά από δύο μήνες υποχώρησης. Η άνοδος αυτή οφείλεται κυρίως στις υπηρεσίες, οι οποίες κατέγραψαν ετήσια αύξηση 4,7%, καθώς και στα τρόφιμα, όπου οι τιμές αυξήθηκαν κατά 3,1%. Ο πυρήνας του πληθωρισμού, δηλαδή ο δείκτης χωρίς την ενέργεια και τα τρόφιμα, παραμένει σταθερά υψηλότερος από τον αντίστοιχο της Ευρωζώνης, με εντονότερη πίεση σε τομείς όπως η εστίαση, ο τουρισμός και οι προσωπικές υπηρεσίες.

Η Τράπεζα της Ελλάδος, σε εκτιμήσεις της τον Μάιο του 2025, προέβλεψε ότι ο πληθωρισμός θα διαμορφωθεί στο 2,9% για το έτος, με κύρια αιτία τις αυξήσεις στις υπηρεσίες. Ωστόσο, τον Νοέμβριο του 2025 αναθεώρησε ανοδικά την πρόβλεψη στο 3,1%, εκτιμώντας αποκλιμάκωση στο 2,6% το 2026 και περαιτέρω μείωση στο 2,4% το 2027. Στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι τον Απρίλιο του 2025 ο HICP στην Ελλάδα ήταν 2,6%, μειωμένος από 3,1% τον Μάρτιο, λόγω πτώσης στην ενέργεια και στα βιομηχανικά αγαθά, αλλά με άνοδο σε μη επεξεργασμένα τρόφιμα. Οι προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) επιβεβαιώνουν ότι και το 2026 η Ελλάδα θα συνεχίσει να έχει υψηλότερο πληθωρισμό από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, με εκτιμώμενο ποσοστό περίπου 2,6% έναντι 1,7% στην Ευρωζώνη.

Πραγματικό εισόδημα: 15% χαμηλότερο από το 2009
Σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες, το πραγματικό εισόδημα των Ελλήνων παραμένει κατά 15% χαμηλότερο σε σχέση με το 2009, παρά την ανάκαμψη του ΑΕΠ τα τελευταία χρόνια. Η μείωση αυτή αποδίδεται σε συνδυασμό παραγόντων: οι υψηλές τιμές περιορίζουν την αγοραστική δύναμη, τα φορολογικά βάρη παραμένουν αυξημένα, ενώ οι μισθοί, αν και ονομαστικά έχουν βελτιωθεί, σε πραγματικούς όρους δεν έχουν επιστρέψει στα προ κρίσης επίπεδα. Η σύγκριση με άλλες χώρες της Ευρωζώνης δείχνει ότι η Ελλάδα υστερεί στην αποκατάσταση των εισοδημάτων μετά την κρίση, με αποτέλεσμα οι πολίτες να αισθάνονται ότι η οικονομική τους κατάσταση δεν έχει βελτιωθεί ουσιαστικά.

Ο ΟΟΣΑ, σε έκθεσή του τον Ιούνιο του 2025, προβλέπει ανάπτυξη 2% για το 2025 και 2,1% για το 2026, με μείωση της ανεργίας και σταθερή κατανάλωση. Ωστόσο, τονίζει ότι η αγοραστική δύναμη παραμένει χαμηλότερη από το 2009 λόγω επίμονων πληθωριστικών πιέσεων. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σε εκτιμήσεις της τον Νοέμβριο του 2025, προβλέπει ότι η ελληνική οικονομία θα αναπτυχθεί με ρυθμό 2,1% το 2025 και 2,2% το 2026, αλλά σημειώνει ότι η κατανάλωση περιορίζεται από το υψηλό κόστος ζωής. Παράλληλα, η Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει ότι η ανεργία έχει μειωθεί σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, αλλά το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα παραμένει μειωμένο σε σχέση με την προ κρίσης περίοδο.

Οι τρεις αυτές τάσεις αποτυπώνουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο εξελίσσεται η οικονομική δραστηριότητα και καταγράφουν τις βασικές παραμέτρους που επηρεάζουν την καθημερινότητα των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.

 

Πηγή φωτογραφίας 1: in.gr
Πηγή φωτογραφίας 2: naftemporiki.gr
Πηγή φωτογραφίας 3: eretikos.gr
Πηγή φωτογραφίας 4: huffingtonpost.gr