Η σιωπή σπάει στην Καθολική Εκκλησία με το σκάνδαλο σεξουαλικής κακοποίησης να έχει πάρει παγκόσμιες προεκτάσεις συγκλονίζοντας την κοινή γνώμη
Ομάδα σύνταξης interpress Insideworld
Η σιωπή σπάει στην Καθολική Εκκλησία με το σκάνδαλο σεξουαλικής κακοποίησης να έχει πάρει παγκόσμιες προεκτάσεις συγκλονίζοντας την κοινή γνώμη
Από το 2020 και εξής, περισσότερα από 4.400 άτομα έχουν αναφέρει ότι υπήρξαν θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης από καθολικούς λειτουργούς. Το φαινόμενο έχει λάβει διεθνείς διαστάσεις, φέρνοντας στο φως ένα βαθιά εδραιωμένο σύστημα συγκάλυψης και εσωτερικής ατιμωρησίας. Ο Πάπας Φραγκίσκος, επιχειρώντας να επιφέρει θεσμική διόρθωση, αντιμετώπισε εσωτερική αντίσταση και απειλές από ανώτερα εκκλησιαστικά στελέχη.
Οι πρώτες δημόσιες αναφορές για σεξουαλική εκμετάλλευση από καθολικούς κληρικούς εμφανίστηκαν τη δεκαετία του 1980, με την περίπτωση του Αρχιεπισκόπου Μπόστον Bernard Law να σηματοδοτεί την απαρχή των αποκαλύψεων. Το 2002, μια ερευνητική ομάδα δημοσιογράφων αποκάλυψε εκτεταμένο δίκτυο συγκάλυψης, το οποίο ενέπλεκε δεκάδες επισκοπές. Από το 2020, οι καταγγελίες αυξήθηκαν δραματικά, με νέες υποθέσεις να καταγράφονται σε ΗΠΑ, Ευρώπη, Λατινική Αμερική και Αφρική. Οι αριθμοί ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο, με τις αρχές να επισημαίνουν ότι πρόκειται για ένα φαινόμενο με βαθιές ρίζες και παγκόσμια έκταση.
Οι εμπλεκόμενοι δράστες είναι κυρίως καθολικοί ιερείς, μοναχοί, μέλη θρησκευτικών κοινοτήτων και εκπαιδευτές σε εκκλησιαστικά ιδρύματα. Πολλοί εξ αυτών κατείχαν θέσεις επιρροής, γεγονός που τους επέτρεπε να δρουν ανεξέλεγκτα. Τα θύματα περιλαμβάνουν ανήλικους, γυναίκες, φοιτητές θεολογίας, άτομα με αναπηρίες και πιστούς σε ευάλωτη θέση. Πολλές περιπτώσεις αφορούν περιστατικά σε σχολεία, ορφανοτροφεία και κατασκηνώσεις που τελούσαν υπό εκκλησιαστική εποπτεία.
Η απουσία εξωτερικής εποπτείας και η περιορισμένη ανεξαρτησία της εκκλησιαστικής δικαιοσύνης συνέβαλαν στην αναπαραγωγή του φαινομένου. Οι εσωτερικές διαδικασίες πειθαρχίας ήταν αδιαφανείς και συχνά οδηγούσαν σε μεταθέσεις χωρίς κυρώσεις. Η συγκάλυψη από ανώτερα στελέχη του κλήρου ενίσχυσε την ατιμωρησία. Σε πολλές περιπτώσεις, οι επικεφαλής γνώριζαν για τις πράξεις των υφισταμένων τους αλλά επέλεγαν να μην τις δημοσιοποιήσουν. Η εσωτερική κουλτούρα σιωπής και φόβου απέτρεπε τα θύματα και τους μάρτυρες από το να μιλήσουν. Πολλοί φοβούνταν κοινωνικό στιγματισμό ή αποπομπή από την κοινότητα. Η έλλειψη υποστήριξης προς τα θύματα και οι απειλές προς όσους κατήγγειλαν ενίσχυαν την αίσθηση απομόνωσης και αδυναμίας.
Το 2021, ο Πάπας Φραγκίσκος ξεκίνησε εσωτερική διαδικασία καταγραφής και διερεύνησης των καταγγελιών, ζητώντας συνεργασία από όλες τις επισκοπές. Η πρωτοβουλία αυτή θεωρήθηκε ριζοσπαστική, καθώς αμφισβητούσε τις παραδοσιακές δομές εξουσίας. Ωστόσο, αντιμετώπισε έντονη αντίδραση από καρδιναλίους και υψηλόβαθμους κληρικούς, οι οποίοι τον πίεσαν να αναστείλει την έρευνα. Υπήρξαν αναφορές για παρασκηνιακές πιέσεις και προσπάθειες παρεμπόδισης των μεταρρυθμίσεων. Ορισμένοι ιερείς φέρονται να απείλησαν με αποδυνάμωση της εξουσίας του, ενώ επιχειρήθηκε να περιοριστεί η δράση των ανεξάρτητων επιτροπών. Παρά τις αντιδράσεις, ο Πάπας προχώρησε σε απομακρύνσεις στελεχών και ίδρυσε ανεξάρτητο σώμα ελέγχου για την καταγραφή των υποθέσεων.
Σε αρκετές χώρες, αποκαλύφθηκαν σχέσεις μεταξύ εκκλησιαστικών προσώπων και εγκληματικών οργανώσεων, με δραστηριότητες όπως οικονομική απάτη και εκβιασμοί. Οι υποθέσεις αυτές ερευνώνται από τις αρμόδιες αρχές. Στην Ιταλία, οι αρχές διερευνούν δεσμούς μεταξύ κληρικών και μαφιόζικων δικτύων, με υποθέσεις που αφορούν χρηματοδοτήσεις μέσω εκκλησιαστικών ιδρυμάτων. Στην Ισπανία, πολιτικά πρόσωπα φέρονται να συγκάλυψαν καταγγελίες για να προστατεύσουν εκκλησιαστικά συμφέροντα, ενώ υπάρχουν αναφορές για παρεμβάσεις σε δικαστικές διαδικασίες. Υπάρχουν ενδείξεις για διασυνδέσεις με μυστικές υπηρεσίες και παρακρατικούς μηχανισμούς, οι οποίοι φέρονται να παρείχαν προστασία σε εμπλεκόμενους κληρικούς.
Ο Πάπας Φραγκίσκος δήλωσε: «Η Εκκλησία δεν μπορεί να συνεχίσει να σιωπά. Η αλήθεια είναι το μόνο φως». Η δήλωση αυτή θεωρήθηκε σημείο καμπής για την εκκλησιαστική πολιτική. Ο Καρδινάλιος Ράινχαρντ Μαρξ υπέβαλε παραίτηση το 2021, δηλώνοντας ότι η Εκκλησία έχει φτάσει σε αδιέξοδο και ότι η προσωπική του ευθύνη δεν του επιτρέπει να συνεχίσει. Η Ευρωπαϊκή Ένωση κάλεσε το Βατικανό να συνεργαστεί με τις εθνικές αρχές και να επιτρέψει πρόσβαση σε αρχεία και διαδικασίες. Πολλές κυβερνήσεις ξεκίνησαν ανεξάρτητες έρευνες, ενώ οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ζητούν αποζημιώσεις και θεσμικές αλλαγές.
Στις ΗΠΑ, η Πολιτεία της Πενσυλβάνιας δημοσίευσε έκθεση με 1.000 θύματα και 300 δράστες, σημειώνοντας ότι οι αριθμοί είναι πιθανώς υποεκτιμημένοι. Στη Γαλλία, η επιτροπή CIASE κατέγραψε πάνω από 330.000 θύματα από το 1950 έως το 2020, βασισμένη σε μαρτυρίες και αρχεία. Το Βατικανό προχώρησε σε τροποποιήσεις του εκκλησιαστικού δικαίου, εισάγοντας αυστηρότερες ποινές και υποχρεωτική αναφορά στις αρχές. Διεθνείς οργανισμοί ζητούν τη δημιουργία παγκόσμιου μηχανισμού ελέγχου για την πρόληψη και αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων.
Αντίστοιχα περιστατικά έχουν καταγραφεί και σε άλλες χριστιανικές ομολογίες, όπως σε Προτεσταντικές Εκκλησίες των Ηνωμένων Πολιτειών και σε Ορθόδοξες κοινότητες σε χώρες όπως η Ρωσία και η Ελλάδα. Ωστόσο, η έκταση και η συστηματικότητα των φαινομένων αυτών είναι μικρότερη σε σύγκριση με την Καθολική Εκκλησία, κυρίως λόγω της διαφορετικής διοικητικής τους δομής. Η Καθολική Εκκλησία, με την παγκόσμια ιεραρχική της συγκρότηση και την αυστηρή συγκέντρωση εξουσίας στο Βατικανό, αντιμετωπίζει μεγαλύτερες προκλήσεις στην εφαρμογή ενιαίων και αποτελεσματικών μηχανισμών ελέγχου. Η εξουσία των επισκόπων και η έλλειψη εξωτερικής εποπτείας δυσχεραίνουν την άμεση αντιμετώπιση των περιστατικών. Ορισμένα άλλα δόγματα έχουν υιοθετήσει πολιτικές μηδενικής ανοχής, με τη δημιουργία ανεξάρτητων επιτροπών και την υποχρεωτική συνεργασία με τις κρατικές αρχές. Οι πρακτικές αυτές προβάλλονται ως παραδείγματα καλής διακυβέρνησης και διαφάνειας, τα οποία θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν και από την Καθολική Εκκλησία στο πλαίσιο των μεταρρυθμίσεών της.
Το σκάνδαλο σεξουαλικής κακοποίησης στην Καθολική Εκκλησία, με περισσότερες από 4.400 καταγεγραμμένες περιπτώσεις από το 2020 και μετά, έχει προκαλέσει παγκόσμια αναστάτωση και θεσμικές αναταράξεις. Οι αποκαλύψεις αφορούν δεκάδες χώρες και χιλιάδες μέλη του κλήρου, ενώ οι έρευνες συνεχίζονται σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Η παρέμβαση του Πάπα Φραγκίσκου για την αντιμετώπιση του φαινομένου συνοδεύτηκε από εσωτερικές αντιδράσεις και απειλές, γεγονός που ανέδειξε τις δυσκολίες θεσμικής κάθαρσης εντός της Εκκλησίας. Παράλληλα, έχουν καταγραφεί ενδείξεις εμπλοκής εγκληματικών δικτύων και πολιτικών προσώπων σε υποθέσεις συγκάλυψης ή οικονομικής εκμετάλλευσης. Οι δικαστικές και θεσμικές εξελίξεις βρίσκονται σε εξέλιξη, με κυβερνήσεις, οργανισμούς και κοινωνικά κινήματα να ζητούν διαφάνεια, λογοδοσία και προστασία των θυμάτων. Η υπόθεση παραμένει ανοιχτή και αποτελεί αντικείμενο διεθνούς παρακολούθησης και δημοσιογραφικής έρευνας.
Πηγή φωτογραφίας 1: touristitaly.com
Πηγή φωτογραφίας 2: americamagazine.org
Πηγή φωτογραφίας 3: washingtonpost.com
