«Η κοινωνική αντίδραση δεν γεννιέται στο κενό· είναι απάντηση στη συσσωρευμένη αδικία».
Νίκος Μαρκάτος*
«Η κοινωνική αντίδραση δεν γεννιέται στο κενό· είναι απάντηση στη συσσωρευμένη αδικία».
Είναι εύκολο και δήθεν «πολιτικά ορθό» να καταδικάζει κανείς κάθε μορφή βίας από την πλευρά των πολιτών. Πολύ πιο δύσκολο όμως είναι να δει κανείς τη μεγάλη εικόνα: ότι η κοινωνική βία σπάνια ξεκινά από τους αδύναμους. Συνήθως είναι η απάντηση στη συσσωρευμένη, καθημερινή και αθόρυβη βία της εξουσίας. Δεν μιλώ φυσικά για βία τυφλή ή εκδικητική, αλλά για εκείνη τη μορφή συλλογικής αντίδρασης που γεννιέται όταν η κρατική αυθαιρεσία, η αδικία και η περιφρόνηση προς τους ανθρώπους φτάνουν σε οριακό σημείο.
Το ζούμε ξανά σήμερα με τους αγρότες. Οταν ένας ολόκληρος κλάδος βλέπει το εισόδημά του να καταρρέει, το κόστος παραγωγής να εκτοξεύεται, τις επιδοτήσεις να μειώνονται και επιπλέον κατηγορείται ότι «κάνει φασαρία», τότε η κοινωνία οφείλει να κατανοήσει τον θυμό του, και να συμπαρασταθεί στον αγώνα του. Οι αγρότες δεν επιδίδονται σε «βία» με την πραγματική έννοια· ασκούν την πίεση που διαθέτουν: τα τρακτέρ, τα μπλόκα, την ανατροπή της κανονικότητας. Είναι μια μορφή αντίστασης που προκύπτει όχι από ιδιοτροπία, αλλά από ανάγκη και οφείλουμε να τη στηρίξουμε.
Η Ιστορία βρίθει παρόμοιων παραδειγμάτων. Η Γαλλική Επανάσταση, η Μάχη για τα Πολιτικά Δικαιώματα στις ΗΠΑ, η αντίσταση κατά της χούντας, ο αγώνας ενάντια στο απαρτχάιντ: όλα υπήρξαν απαντήσεις στη βία της εξουσίας. Κανένα μεγάλο κοινωνικό άλμα δεν επιτεύχθηκε με απλή παράκληση. Και πάντοτε όσοι ζητούσαν δικαιοσύνη στιγματίζονταν αρχικά ως «ταραξίες», «ακραίοι» ή «υποκινούμενοι».
Ακόμη και στην Ευρώπη του 19ου και 20ού αιώνα τα εργατικά κινήματα -από το Σικάγο μέχρι την Αγγλία των ανθρακωρύχων- χρειάστηκε να συγκρουστούν με την εξουσία για να κατοχυρωθούν δικαιώματα που σήμερα θεωρούμε αυτονόητα. Το οκτάωρο, η κοινωνική ασφάλιση, η προστασία της εργασίας δεν προέκυψαν από την καλή διάθεση των κυβερνήσεων, αλλά μέσα από σύγκρουση και πίεση. Οταν η εξουσία αδιαφορεί, οι πολίτες δεν έχουν άλλο δρόμο από το να αντισταθούν.
Συχνά οι κυβερνήσεις, όταν βλέπουν την οργή να μετατρέπεται σε συλλογική δύναμη, υψώνουν το δάχτυλο και επικαλούνται τη νομιμότητα. Ξεχνούν όμως ότι η νομιμότητα χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη είναι κενό γράμμα. Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ μιλούσε για τις «ταραχές των απόκληρων» ως τη γλώσσα όσων δεν έχουν ακουστεί. Ο Γκάντι («τρομοκράτης» κατά τους δυτικούς!) επέμενε ότι ο λαός έχει καθήκον να αντισταθεί όταν η εξουσία χάνει τη νομιμοποίησή της. Ακόμη και ο Νέλσον Μαντέλα, σύμβολο ειρήνης, τόνιζε ότι μια εξουσία που δεν ακούει τους πολίτες της δημιουργεί η ίδια τις συνθήκες σύγκρουσης.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η δημοκρατία πρέπει να καταφύγει στη βία. Σημαίνει όμως ότι όταν η εξουσία ξεπερνά τα όρια, η κοινωνική αντίδραση δεν μπορεί να απορρίπτεται ως «αταξία». Στην περίπτωση των αγροτών η κυβέρνηση έχει δύο επιλογές: είτε να συνεχίσει να τους λοιδορεί, οπότε αυτοί δικαιολογημένα θα συνεχίσουν να επαναστατούν, είτε να ακούσει πραγματικά τι λένε και να λύσει όλα τα προβλήματά τους που είναι πραγματικά και πιεστικά. Διότι η νομιμότητα δεν είναι αυτοσκοπός· είναι μέσο για την αξιοπρεπή ζωή των πολιτών. Και όταν αυτό το μέσο μετατρέπεται σε μηχανισμό πίεσης, τότε η αντίδραση των πολιτών δεν είναι απειλή για τη δημοκρατία. Είναι υπενθύμιση της ουσίας της.
*Ομότιμος καθηγητής ΕΜΠ, πρ. πρύτανης, γ.γ. Ευρωπαϊκής Ενωσης Ομότιμων Καθηγητών
*Το άρθρο φέρει την υπογραφή του Νίκου Μαρκάτου, Ομότιμου Καθηγητή ΕΜΠ και πρ. πρύτανη. Ο Νίκος Μαρκάτος είναι Ομότιμος Καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, όπου υπηρέτησε και ως Πρύτανης, αφήνοντας ισχυρό αποτύπωμα στην ακαδημαϊκή κοινότητα. Σήμερα κατέχει τη θέση του Γενικού Γραμματέα της Ευρωπαϊκής Ένωσης Ομότιμων Καθηγητών, συνεχίζοντας να συμβάλλει ενεργά στον διάλογο για την παιδεία, την κοινωνία και τη δημοκρατία. Παράλληλα, αρθρογραφεί στην Εφημερίδα των Συντακτών (efsyn), όπου με παρεμβάσεις του αναδεικνύει κρίσιμα ζητήματα κοινωνικής δικαιοσύνης και πολιτικής ευθύνης. Η πορεία του συνδυάζει επιστημονική γνώση, θεσμική εμπειρία και κοινωνική ευαισθησία, στοιχεία που καθιστούν τη φωνή του ιδιαίτερα σημαντική σε μια εποχή που η κοινωνία αναζητά καθαρό λόγο και ουσιαστική καθοδήγηση.


