Edit Template

Οι μικρές χαρές που έγιναν πολυτέλεια: από τον καφέ και το σινεμά μέχρι το γυμναστήριο και τις μικρές αγορές με το 2025 σύμφωνα με την έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ να καταγράφεται ως η πιο ακριβή χρονιά της δεκαετίας

Facebook
X (Twitter)
Αντιγραφή Συνδέσμου
Ομάδα σύνταξης moneypress Insideworld

Η ακρίβεια έχει εξελιχθεί σε καθοριστικό παράγοντα της καθημερινότητας, επηρεάζοντας άμεσα τις συνήθειες και τις επιλογές των πολιτών. Δαπάνες που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν αυτονόητες ή μικρές απολαύσεις, όπως ο καφές εκτός σπιτιού, η ψυχαγωγία, η γυμναστική ή οι μικρές αγορές, σήμερα αντιμετωπίζονται ως πολυτελείς. Τα στοιχεία καταγράφουν σημαντικές αυξήσεις σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες, με την ενέργεια, τα καύσιμα και τα τρόφιμα να βρίσκονται στην κορυφή των ανατιμήσεων. Η έρευνα αναδεικνύει το εύρος του προβλήματος, τις αιτίες που το πυροδότησαν και τις κοινωνικές συνέπειες που προκύπτουν, ενώ παράλληλα καταγράφονται οι πολιτικές ευθύνες και οι αντιδράσεις που συνοδεύουν την εξέλιξη της κρίσης. Το Insideworld καταγράφει το ιστορικό της ακρίβειας, την πορεία της από την περίοδο μετά την πανδημία έως σήμερα, καθώς και τις επιπτώσεις που έχει επιφέρει στη ζωή των νοικοκυριών.

Τι δείχνει η έρευνα και πώς βιώνεται η ακρίβεια
Η Ελλάδα εμφανίζει από τις υψηλότερες ευρωπαϊκές επιβαρύνσεις στο κόστος ζωής μετά την πανδημία. Σύμφωνα με τα στοιχεία, ο κίνδυνος φτώχειας φτάνει το 35,2%, όταν ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι 19,7%. Αυτό σημαίνει ότι πάνω από ένας στους τρεις πολίτες βρίσκεται σε συνθήκη οικονομικής επισφάλειας, με άμεση συνέπεια την αδυναμία κάλυψης βασικών αναγκών και την περικοπή δαπανών που μέχρι πρότινος θεωρούνταν δεδομένες.

Οι αυξήσεις σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες από το 2020 έως το 2025 είναι χαρακτηριστικές της πίεσης που ασκείται στα νοικοκυριά. Το ηλεκτρικό ρεύμα έχει αυξηθεί κατά 44%, η βενζίνη κατά 33%, ενώ το οικιακό φυσικό αέριο έχει εκτιναχθεί κατά 77%. Οι ανατιμήσεις αυτές δεν περιορίζονται μόνο στους λογαριασμούς ενέργειας, αλλά μεταφέρονται σε όλο το φάσμα της κατανάλωσης, από τα τρόφιμα και τις μεταφορές μέχρι την εστίαση και την ψυχαγωγία.

Επιπλέον, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, το 2025 καταγράφεται ως η πιο ακριβή χρονιά της τελευταίας δεκαετίας. Ο γενικός δείκτης πληθωρισμού τον Ιούλιο του 2025 ήταν 3,1%, ενώ ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών καταναλωτή (HICP) έφτασε στο 3,7%. Παρά την αριθμητική αποκλιμάκωση σε σχέση με προηγούμενα έτη, η καθημερινότητα των πολιτών δείχνει διαφορετική εικόνα, καθώς το «καλάθι» μικραίνει και τα ενοίκια παραμένουν υψηλά.

Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, οι χαμηλοί μισθοί στην Ελλάδα σε συνδυασμό με τις ανατιμήσεις οδηγούν σε μεγαλύτερη απώλεια αγοραστικής δύναμης σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η πραγματική αγοραστική δύναμη των πολιτών βρίσκεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, γεγονός που εντείνει την κοινωνική πίεση.

Καθημερινά έξοδα που άλλοτε αποτελούσαν μέρος της κοινωνικής ζωής έχουν πλέον περιοριστεί ή εξαφανιστεί. Ο καφές εκτός σπιτιού, το φαγητό σε εστιατόριο, η συνδρομή σε γυμναστήριο ή μαθήματα γυμναστικής, η επίσκεψη στον κινηματογράφο, ακόμη και η αγορά ενός μικρού δώρου ή ενός video game, αντιμετωπίζονται πλέον ως πολυτελείς δαπάνες. Οι πολίτες αναγκάζονται να προσαρμόσουν τη συμπεριφορά τους, επιλέγοντας take-away αντί για έξοδο, αναβάλλοντας δραστηριότητες ή περιορίζοντας την κοινωνικότητα σε ελάχιστες περιστάσεις.

Αιτίες και αφορμές
Η ενεργειακή κρίση που ακολούθησε την πανδημία αποτέλεσε τον βασικό πυροκροτητή της ακρίβειας. Η απότομη αύξηση του κόστους ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου μετακυλίστηκε σε όλη την αλυσίδα παραγωγής και κατανάλωσης, επηρεάζοντας τις τιμές σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες. Η ενέργεια λειτούργησε ως πολλαπλασιαστής της ακρίβειας, καθώς κάθε δραστηριότητα –από τη μεταφορά προϊόντων μέχρι την εστίαση– εξαρτάται από αυτήν.

Παράλληλα, οι πληθωριστικές πιέσεις εντάθηκαν λόγω των διαταραχών στην εφοδιαστική αλυσίδα, της αυξημένης ζήτησης μετά την πανδημία και της ανόδου στις τιμές πρώτων υλών και μεταφορών. Το αποτέλεσμα ήταν ένα δεύτερο κύμα ανατιμήσεων που επηρέασε τρόφιμα, ενοίκια και υπηρεσίες ψυχαγωγίας.

Η στασιμότητα των μισθών επιδείνωσε την κατάσταση. Παρά τις αυξήσεις στο κόστος ζωής, οι μισθοί δεν προσαρμόστηκαν αναλόγως, με αποτέλεσμα η αγοραστική δύναμη να συρρικνωθεί. Οι πολίτες αναγκάζονται να εξορθολογίσουν ακόμη και τις πιο μικρές δαπάνες, ζυγίζοντας κάθε έξοδο πριν το πραγματοποιήσουν.

Ιστορική εξέλιξη
Η αφετηρία του προβλήματος εντοπίζεται στην περίοδο 2020–2021, όταν η ενεργειακή κρίση άρχισε να διαμορφώνει ένα νέο περιβάλλον τιμών. Το ρεύμα και το φυσικό αέριο αποτέλεσαν τις πρώτες μεγάλες εστίες ανατιμήσεων, δημιουργώντας αλυσιδωτές αυξήσεις σε όλο το φάσμα της κατανάλωσης.

Κατά την περίοδο 2022–2023, οι ανατιμήσεις κορυφώθηκαν. Το συνδυασμένο βάρος της ενεργειακής κρίσης και των εφοδιαστικών αναταράξεων έκανε τα βασικά αγαθά να ακριβαίνουν συνεχώς. Οι πολίτες άρχισαν να περικόπτουν μαζικά έξοδα που συνδέονταν με την κοινωνική ζωή, όπως ο καφές, το ποτό, η γυμναστική και ο κινηματογράφος.

Στην περίοδο 2024–2025, η στέρηση κανονικοποιήθηκε. Παρά τις επιμέρους αποκλιμακώσεις στις διεθνείς αγορές, οι τιμές παρέμειναν υψηλές για τον μέσο καταναλωτή. Οι αποφάσεις «μένω σπίτι», «επιλέγω μόνο προσφορές» και «αναβάλλω αγορές» έγιναν μόνιμος τρόπος ζωής. Η ΕΛΣΤΑΤ επισημαίνει ότι η στέγαση μαζί με την ενέργεια είναι οι δύο βασικές εστίες κόστους που συνεχίζουν να πιέζουν τα νοικοκυριά.

Πολιτικές ευθύνες και αντιδράσεις
Η αντιμετώπιση της ακρίβειας χαρακτηρίστηκε από καθυστερημένες και αποσπασματικές παρεμβάσεις. Στον τομέα της ενέργειας, οι επιδοτήσεις λειτούργησαν περισσότερο ως προσωρινή ανακούφιση παρά ως ουσιαστική λύση, καθώς δεν προηγήθηκαν των αυξήσεων αλλά τις ακολούθησαν. Η έλλειψη διαφάνειας στις ρήτρες και ο ανεπαρκής έλεγχος στη λιανική επέτρεψαν τη μετακύλιση των ανατιμήσεων σε όλο το καλάθι.

Στο πεδίο των μισθών, η πολιτική αναπροσαρμογής αποδείχθηκε ανεπαρκής. Ο κατώτατος μισθός και οι κλαδικές αυξήσεις δεν ανταποκρίθηκαν στο πραγματικό κόστος ζωής, διευρύνοντας το χάσμα μεταξύ εισοδήματος και βασικών δαπανών. Η σύγκριση με τα στοιχεία της Eurostat δείχνει ότι η αγοραστική δύναμη στην Ελλάδα μειώνεται ταχύτερα σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεγονός που εντείνει την κοινωνική ανισότητα.

Η εποπτεία της αγοράς υπήρξε ελλιπής. Η αισχροκέρδεια και τα υπερ-περιθώρια σε κλάδους υψηλής συγκέντρωσης, όπως η ενέργεια, τα καύσιμα και οι αλυσίδες λιανικής, δεν αντιμετωπίστηκαν αποτελεσματικά. Οι έλεγχοι ήταν περιορισμένοι και αργοί, με αποτέλεσμα να μην ανακοπεί η πίεση στις τιμές. Η ΕΛΣΤΑΤ επισημαίνει ότι η στέγαση μαζί με την ενέργεια παραμένουν οι δύο βασικές εστίες κόστους που συνεχίζουν να πιέζουν τα νοικοκυριά, με τα ενοίκια να καταγράφουν συνεχή άνοδο.

Οι κοινωνικές αντιδράσεις αποτυπώθηκαν σε αλλαγές συμπεριφοράς. Οι πολίτες μείωσαν τις εξόδους, περιόρισαν την ψυχαγωγία και στράφηκαν σε κατανάλωση στο σπίτι. Η δημόσια συζήτηση επικεντρώθηκε στην αδυναμία «να βγει ο μήνας» και στην ανάγκη για πραγματικές μειώσεις τιμών, όχι προσωρινές προσφορές. Η εικόνα που προκύπτει είναι αυτή μιας κοινωνίας που προσαρμόζεται σε συνθήκες διαρκούς πίεσης, με τις μικρές χαρές να μετατρέπονται σε σπάνιες πολυτέλειες.

Πηγές: statistics.gr  europa.eu

Πηγή φωτογραφίας 1: in.gr
Πηγή φωτογραφίας 2: in.gr
Πηγή φωτογραφίας 3: enikonomia.gr
Πηγή φωτογραφίας 4: workenter.gr