Edit Template

Στα 33 παγώνει το μουσικό μας γούστο – Το φαινόμενο Taste Freeze και η μετάβαση από την αναζήτηση νέων ήχων στη νοσταλγία

Facebook
X (Twitter)
Αντιγραφή Συνδέσμου
Ομάδα σύνταξης socialpress Insideworld

Η μουσική αποτελεί ένα από τα πιο ισχυρά πολιτισμικά και ψυχολογικά στοιχεία της καθημερινότητας, με άμεση σύνδεση στη μνήμη, την ταυτότητα και τις κοινωνικές εμπειρίες. Ωστόσο, διεθνείς και ελληνικές έρευνες καταγράφουν ότι το μουσικό γούστο των ακροατών τείνει να σταθεροποιείται σε συγκεκριμένη ηλικία, περιορίζοντας την αναζήτηση νέων ήχων και ρευμάτων. Σύμφωνα με δημοσιεύματα και μελέτες, το φαινόμενο αυτό, γνωστό ως “πάγωμα γούστου”, εμφανίζεται γύρω στα 30–35 έτη, με πιο χαρακτηριστικό σημείο τα 33, όταν οι ακροατές στρέφονται περισσότερο σε γνώριμα ακούσματα και λιγότερο σε καινούριες μουσικές τάσεις.

Η συζήτηση για το πότε «σταματάμε να αναζητούμε» μουσικά έχει απασχολήσει τόσο επιστημονικές αναλύσεις όσο και δημοσιογραφικά ρεπορτάζ, αναδεικνύοντας παράγοντες όπως η ψυχολογία, οι κοινωνικές υποχρεώσεις, η λειτουργία των αλγορίθμων στις πλατφόρμες ακρόασης και η επίδραση της νοσταλγίας. Παράλληλα, στοιχεία από την παγκόσμια μουσική βιομηχανία δείχνουν ότι η συνολική ακρόαση παραμένει υψηλή, αλλά με διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά ανά ηλικιακή ομάδα.

Το παρόν ρεπορτάζ συγκεντρώνει δεδομένα που έχουν δημοσιευθεί σε διεθνή και ελληνικά μέσα, μεταξύ των οποίων και η ανάλυση του Vita, προκειμένου να αποτυπωθεί με σαφήνεια το πότε και γιατί οι ακροατές περιορίζουν την αναζήτηση νέας μουσικής, καθώς και πώς η ηλικία επηρεάζει τη διαμόρφωση του μουσικού γούστου.

Τα βασικά ευρήματα για την “ηλικία” του μουσικού γούστου

Η ηλικία των 33 ετών εμφανίζεται συχνά ως το σημείο καμπής όπου οι μουσικές προτιμήσεις σταθεροποιούνται. Σε αυτήν την περίοδο, οι ακροατές δείχνουν μειωμένη διάθεση να ανακαλύψουν νέα είδη ή καλλιτέχνες και στρέφονται περισσότερο σε γνώριμα ακούσματα. Το φαινόμενο αυτό έχει καταγραφεί σε διεθνείς έρευνες και περιγράφεται με τον όρο “πάγωμα γούστου”.

Μία χαρακτηριστική μελέτη της πλατφόρμας Deezer το 2018 ανέδειξε ότι μετά τα 30 έτη οι χρήστες μειώνουν αισθητά την αναζήτηση νέας μουσικής, ενώ παράλληλα αυξάνεται η ακρόαση τραγουδιών που ήδη γνωρίζουν. Παρά ταύτα, η συνολική ακρόαση μουσικής δεν μειώνεται· αντιθέτως, παραμένει υψηλή, με έμφαση σε κομμάτια που συνδέονται με μνήμες και προσωπικές εμπειρίες.

Γιατί “γερνάμε” μουσικά

Η ψυχολογία παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του μουσικού γούστου. Καθώς οι άνθρωποι μεγαλώνουν, η νοσταλγία και οι αναμνήσεις αποκτούν μεγαλύτερη αξία. Τα τραγούδια που συνδέονται με νεανικές εμπειρίες, κοινωνικές στιγμές ή προσωπικά γεγονότα αποκτούν συναισθηματικό βάρος και προτιμώνται έναντι νέων ήχων.

Παράλληλα, οι κοινωνικές υποχρεώσεις, όπως η εργασία και η οικογένεια, περιορίζουν τον διαθέσιμο χρόνο για αναζήτηση νέας μουσικής. Η πρακτική αυτή δυσκολία συχνά ερμηνεύεται ως «μουσικό γήρας», ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για αλλαγή προτεραιοτήτων.

Σημαντικό ρόλο έχουν και οι τεχνολογικοί παράγοντες. Οι αλγόριθμοι των πλατφορμών ακρόασης τείνουν να προτείνουν περιεχόμενο που ταιριάζει στις ήδη καταγεγραμμένες προτιμήσεις του χρήστη. Έτσι, ενισχύεται η τάση προς το γνώριμο και μειώνεται η έκθεση σε νέα μουσικά είδη.

Τέλος, το πολιτισμικό πλαίσιο επηρεάζει σημαντικά τη συμπεριφορά των ακροατών. Στην Ελλάδα, το ραδιόφωνο και οι θεματικές λίστες συντηρούν τη νοσταλγία, ενώ οι νέες μουσικές σκηνές εισέρχονται στο κοινό κυρίως μέσω εμπορικών επιτυχιών, περιορίζοντας την επαφή με πιο εναλλακτικά υποείδη.

Έρευνα και μουσική

Η μουσική δεν αποτελεί μόνο πολιτισμικό προϊόν αλλά και εργαλείο γνωστικής ενίσχυσης. Έρευνες δείχνουν ότι η ακρόαση και η συμμετοχή σε μουσικές δραστηριότητες ενεργοποιούν δίκτυα μνήμης, προσοχής και συναισθήματος στον εγκέφαλο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη βελτίωση της διάθεσης και την ενίσχυση της γνωστικής λειτουργίας.

Μελέτες σε ενήλικες καταγράφουν ότι η συστηματική ενασχόληση με μουσική, είτε μέσω χορωδιών είτε μέσω εκμάθησης οργάνων, συνδέεται με καλύτερη ψυχική υγεία και γνωστική αντοχή. Συνεπώς, αν και το γούστο μπορεί να παγιώνεται με την ηλικία, η μουσική παραμένει ένας σημαντικός παράγοντας προστασίας και ενδυνάμωσης του εγκεφάλου.

Ο ρόλος του streaming

Οι πλατφόρμες ακρόασης έχουν διπλό ρόλο στη μουσική συμπεριφορά. Από τη μία πλευρά, προσφέρουν εργαλεία ανακάλυψης, όπως λίστες με νέες κυκλοφορίες και εξατομικευμένες προτάσεις. Από την άλλη, οι αλγόριθμοι τους βασίζονται σε δεδομένα χρήσης και τείνουν να ενισχύουν το γνώριμο περιεχόμενο, οδηγώντας τους ακροατές σε «ακρόαση άνεσης».

Οι μετρικές που χρησιμοποιούν οι πλατφόρμες, όπως ο χρόνος ακρόασης και τα ποσοστά παράλειψης τραγουδιών, ενισχύουν την προβολή κομματιών που ήδη ταιριάζουν στις προτιμήσεις του χρήστη. Στην ελληνική πραγματικότητα, οι νέες μουσικές σκηνές, όπως η trap ή η indie, γίνονται γνωστές κυρίως μέσω των κορυφαίων επιτυχιών, γεγονός που περιορίζει την έκθεση σε πιο εναλλακτικά μουσικά ρεύματα.

Το Vita και η ελληνική διάσταση

Το Vita, μέσα από την ανάλυσή του, περιγράφει το πέρασμα από τη mainstream μουσική των 20s προς την ωρίμανση των 30s, όπου οι αναμνήσεις και οι ευθύνες περιορίζουν την εξερεύνηση νέων ήχων. Η προσέγγιση αυτή συνάδει με άλλα ελληνικά δημοσιεύματα, τα οποία επιβεβαιώνουν το όριο των 33 ετών ως σημείο καμπής στη μουσική συμπεριφορά.

Η ελληνική διάσταση του φαινομένου δείχνει ότι, αν και η μουσική παραμένει βασικό στοιχείο της καθημερινότητας, η σχέση του κοινού με την «καινούρια» παραγωγή διαφοροποιείται σημαντικά ανά ηλικιακή ομάδα.

 

Πηγή: vita.gr
Πηγή φωτογραφίας 1: afterschool.gr
Πηγή φωτογραφίας 2: psychologynow.gr
Πηγή φωτογραφίας 3: tar.gr