Edit Template

Από την πρόκληση του «Ο Θεός έπλασε τη γυναίκα» στην αιώνια μυθολογία της Μπριζίτ Μπαρντό: Η διαδρομή μιας θρυλικής σταρ

Facebook
X (Twitter)
Αντιγραφή Συνδέσμου
Ομάδα σύνταξης artpress Insideworld

Η Μπριζίτ Μπαρντό, η γυναίκα-σύμβολο που σημάδεψε τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο και αργότερα αφιερώθηκε με πάθος στην προστασία των ζώων, πέθανε σε ηλικία 91 ετών. Τον θάνατό της ανακοίνωσε το Ίδρυμα Μπριζίτ Μπαρντό, εκφράζοντας «βαθιά θλίψη» για την απώλεια της ιδρύτριάς του, η οποία εγκατέλειψε συνειδητά μια λαμπρή καριέρα για να αφιερώσει τη ζωή της στον ακτιβισμό.

Σύμφωνα με το Ίδρυμα, η Μπαρντό πέθανε στο σπίτι της στη νότια Γαλλία, χωρίς να δοθούν στη δημοσιότητα λεπτομέρειες για τα ακριβή αίτια. Είχε γίνει γνωστό ότι νοσηλευόταν τις τελευταίες εβδομάδες λόγω σοβαρής ασθένειας και είχε υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση.

Από το Παρίσι στη διεθνή μυθολογία του σινεμά
Η Μπριζίτ Αν-Μαρί Μπαρντό γεννήθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 1934 στο Παρίσι, σε μια εύπορη καθολική οικογένεια με καλλιτεχνική παιδεία. Από μικρή έδειξε κλίση στον χορό και σπούδασε στο Conservatoire de Paris, με προοπτική επαγγελματικής καριέρας στο μπαλέτο.

Παράλληλα εργάστηκε ως μοντέλο και το 1950, σε ηλικία μόλις 15 ετών, εμφανίστηκε στο εξώφυλλο του περιοδικού Elle. Το εξώφυλλο αυτό τράβηξε την προσοχή του νεαρού σκηνοθέτη Ροζέ Βαντίμ, ο οποίος θα γινόταν ο πρώτος της σύζυγος και ο άνθρωπος που την εισήγαγε στον κινηματογράφο.

Η ταινία που άλλαξε τα πάντα: «Και ο Θεός έπλασε τη γυναίκα»
Το 1956, σε ηλικία 22 ετών, η Μπαρντό πρωταγωνιστεί στο «Και ο Θεός έπλασε τη γυναίκα», σε σκηνοθεσία Βαντίμ. Η ερμηνεία της ως απελευθερωμένη νεαρή στο Σεν Τροπέ προκάλεσε σκάνδαλο, αλλά και τεράστια επιτυχία. Η ταινία την καθιέρωσε διεθνώς και τη μετέτρεψε στο απόλυτο sex symbol της εποχής.

Η εικόνα της επηρέασε βαθιά τη μόδα, τη μουσική και τη μαζική κουλτούρα. Η Σιμόν ντε Μποβουάρ έγραψε το 1959 το δοκίμιο «Μπριζίτ Μπαρντό και το σύνδρομο της Λολίτας», χαρακτηρίζοντάς την «την πιο απελευθερωμένη γυναίκα της μεταπολεμικής Γαλλίας». Ο αρθρογράφος Ρεϊμόν Καρτιέ μίλησε για το «φαινόμενο Μπαρντό», ενώ οι Beatles ζητούσαν από τις συντρόφους τους να μιμηθούν το στιλ της.

Το 1969, η Γαλλία την επέλεξε ως το πρώτο πραγματικό πρόσωπο που ενσάρκωσε τη μορφή της Μαριάν, του εθνικού συμβόλου της Δημοκρατίας.

Μια καριέρα γεμάτη επιτυχίες και διακρίσεις
Στη διάρκεια περίπου δύο δεκαετιών, η Μπριζίτ Μπαρντό πρωταγωνίστησε σε περισσότερες από σαράντα ταινίες και ηχογράφησε πάνω από εξήντα τραγούδια, αφήνοντας ανεξίτηλο αποτύπωμα στον ευρωπαϊκό κινηματογράφο. Η ερμηνεία της στην ταινία «Η Αλήθεια» (1960) του Ανρί-Ζορζ Κλουζό της χάρισε το 1961 το βραβείο David di Donatello Καλύτερης Ξένης Γυναικείας Ερμηνείας. Σημαντικοί σταθμοί της καριέρας της υπήρξαν επίσης το «Le Mépris» (1963) του Ζαν-Λικ Γκοντάρ και το «Viva Maria!» (1965) του Λουί Μαλ, για το οποίο ήταν υποψήφια για BAFTA. Η διεθνής της ακτινοβολία ήταν τόσο μεγάλη ώστε ο Σαρλ ντε Γκωλ την είχε χαρακτηρίσει «εξαγωγικό προϊόν της Γαλλίας ισάξιο με τα αυτοκίνητα της Renault», επιβεβαιώνοντας τη μοναδική της θέση στην παγκόσμια κουλτούρα.

Λάμψη, πίεση και σκοτεινές στιγμές
Πίσω από την εκθαμβωτική εικόνα της, η ζωή της Μπαρντό ήταν γεμάτη ψυχική πίεση και προσωπικές δοκιμασίες. Στα γυρίσματα της «Αλήθειας», ο Κλουζό την υπέβαλε σε εξαντλητικές διαδικασίες, ενώ ταυτόχρονα αντιμετώπιζε την ευθύνη του νεογέννητου γιου της, Νικολά.

Η προδοσία του γραμματέα της, που αποκάλυψε προσωπικά της μυστικά στον Τύπο, και η ασφυκτική πίεση των θαυμαστών την οδήγησαν σε κατάρρευση. Έκανε απόπειρα αυτοκτονίας ανήμερα των γενεθλίων της, πέφτοντας σε κώμα. Αργότερα αποκάλυψε ότι είχε επιχειρήσει να βάλει τέλος στη ζωή της και άλλες φορές.

Στην αυτοβιογραφία της «Initiales BB» περιέγραψε βίαιες σχέσεις, προδοσίες και εκμετάλλευση από ανθρώπους που εμπιστευόταν, λέγοντας ότι συχνά της φέρονταν «σαν πόρνη».

Έρωτες και γάμοι
Η προσωπική ζωή της Μπαρντό υπήρξε εξίσου θυελλώδης με την καριέρα της. Παντρεύτηκε τέσσερις φορές, ξεκινώντας από τον Ροζέ Βαντίμ, τον άνθρωπο που την ανέδειξε στον κινηματογράφο. Ακολούθησε ο γάμος της με τον Ζακ Σαριέ, με τον οποίο απέκτησε τον μοναχογιό της, Νικολά. Το 1966 παντρεύτηκε τον Γκίντερ Ζακς, έναν γάμο που διήρκεσε τρία χρόνια και απασχόλησε έντονα τα μέσα ενημέρωσης. Ο τέταρτος και τελευταίος σύζυγός της ήταν ο Μπερνάρ ντ’ Ορμάλ, με τον οποίο έμεινε μαζί μέχρι το τέλος της ζωής της. Παρά τις σχέσεις της με άνδρες που σημάδεψαν την εποχή, η ίδια συχνά μιλούσε για τη μοναξιά και τη συναισθηματική φθορά που κρυβόταν πίσω από τη λάμψη.

Η απόσυρση από τη λάμψη και η άρνηση της εικόνας του sex symbol
Το 1973, στο απόγειο της καριέρας της, η Μπαρντό ανακοίνωσε ότι αποχωρεί οριστικά από τον κινηματογράφο. Αργότερα αποκάλυψε ότι εκείνη την περίοδο έπινε καθημερινά δύο μπουκάλια σαμπάνια και τρία μπουκάλια κρασί για να αντέξει την πίεση.

Αρνήθηκε να κάνει πλαστικές επεμβάσεις και άρχισε να ντύνεται απλά, θέλοντας να αποδομήσει την εικόνα του sex symbol που τη στιγμάτιζε. «Όταν ζεις τόσο έντονες στιγμές όπως εγώ, υπάρχει πάντα ένας λογαριασμός που πρέπει να πληρωθεί», είχε πει.

Από σταρ σε μαχητική ακτιβίστρια για τα ζώα
Μετά την απόσυρσή της, αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στα δικαιώματα των ζώων. Το 1985 της απονεμήθηκε το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής, το οποίο αρχικά αρνήθηκε. Λίγα χρόνια αργότερα ίδρυσε το Ίδρυμα Μπριζίτ Μπαρντό, το οποίο δραστηριοποιείται διεθνώς στη διάσωση ζώων και στην προώθηση νομοθετικών αλλαγών.

Η ίδια είχε πει: «Τα ζώα δεν με έχουν προδώσει ποτέ. Είναι εύκολα θηράματα, όπως ήμουν εγώ σε όλη τη διάρκεια της καριέρας μου. Τα αγαπώ».

Η δημόσια εικόνα της αργότερα σκιάστηκε από τις πολιτικές της τοποθετήσεις. Υπήρξε σφοδρή επικριτής των μεταναστών και των μουσουλμάνων, με αποτέλεσμα να καταδικαστεί έξι φορές για υποκίνηση φυλετικού μίσους. Είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις όταν χαρακτήρισε τους κατοίκους της Ρεϊνιόν «άγριους».

Η παρακαταθήκη μιας αντιφατικής, μοναδικής προσωπικότητας
Η Μπριζίτ Μπαρντό υπήρξε μια από τις πιο επιδραστικές γυναίκες του 20ού αιώνα. Άλλαξε την εικόνα της θηλυκότητας, επηρέασε τη σεξουαλική επανάσταση, ενέπνευσε καλλιτέχνες και διανοούμενους, ενώ αργότερα αφιερώθηκε με πάθος στα δικαιώματα των ζώων.Η κληρονομιά της είναι σύνθετη: ένας συνδυασμός λάμψης, επανάστασης, προσωπικού πόνου, ακτιβισμού και πολιτικών αντιφάσεων. Μια γυναίκα που έζησε και πέθανε με τους δικούς της όρους.
Πηγή φωτογραφίας 1: nbcnews.com
Πηγή φωτογραφίας 2: athensvoice.gr
Πηγή φωτογραφίας 3: newsbreak.com
Πηγή φωτογραφίας 4: vintag.es