Edit Template

Καθιζήσεις, κατολισθήσεις, υπερχειλίσεις ποταμών και πλημμύρες- Ο φετινός χειμώνας έχει μετατρέψει την Ελλάδα σε έναν απλωμένο χάρτη καταστροφών, από τη Δυτική Ελλάδα και την Ήπειρο μέχρι τη Θεσσαλία, το Αιγαίο και την Κρήτη

Facebook
X (Twitter)
Αντιγραφή Συνδέσμου
Ομάδα σύνταξης socialpress Insideworld

Καθιζήσεις, κατολισθήσεις, πτώσεις δέντρων, υπερχειλίσεις ποταμών και ρεμάτων, πλημμυρισμένα λιμάνια· ο φετινός χειμώνας έχει μετατρέψει την Ελλάδα σε έναν απλωμένο χάρτη καταστροφών, από τη Δυτική Ελλάδα και την Ήπειρο μέχρι τη Θεσσαλία, το Αιγαίο και την Κρήτη. Οι διαδοχικές κακοκαιρίες δεν αφήνουν χρόνο ανάσας και δοκιμάζουν μέχρι θραύσης τις αντοχές των υποδομών, αναδεικνύοντας με τον πιο σκληρό τρόπο το κενό ανάμεσα σε ένα γηρασμένο δίκτυο έργων και μια κλιματική πραγματικότητα που αλλάζει ραγδαία.

«Πάνω από 10 φορές έχουν έρθει για τις κατολισθήσεις τα κλιμάκια της ΕΑΓΜΕ στην Ήπειρο τους τελευταίους δυόμισι μήνες», λέει στο in ο περιφερειάρχης Ηπείρου, Αλέξανδρος Καχριμάνης, περιγράφοντας μια κατάσταση διαρκούς συναγερμού. Η Ήπειρος, με το δύσκολο και ασταθές έδαφος της Πίνδου, αναδεικνύεται σε «πρωταγωνίστρια» των φετινών καταστροφών, καθώς τα βουνά μοιάζουν να «κατεβαίνουν» προς τις κατοικημένες και αγροτικές περιοχές, κόβοντας δρόμους, απειλώντας σπίτια και υποδομές.

Η Ήπειρος στο κόκκινο
Χαρακτηριστική είναι η κατολίσθηση που προκάλεσε η κακοκαιρία «Adel» στα Άγναντα Τζουμέρκων: σπίτια και ένα δημοτικό αναψυκτήριο βρέθηκαν να «κρέμονται» στο χείλος γκρεμού, με τα θεμέλια στον αέρα, ενώ το πρανές υποχώρησε σε βάθος περίπου 30 μέτρων. Λίγες ημέρες αργότερα, το περασμένο Σαββατοκύριακο (14–15 Φεβρουαρίου), νέα σοβαρά προβλήματα εμφανίστηκαν στην περιοχή των Τζουμέρκων. Στη 2η Επαρχιακή Οδό σημειώθηκε καθίζηση του οδοστρώματος μήκους περίπου 60 μέτρων· τη στιγμή της καθίζησης περνούσε αυτοκίνητο, το οποίο ακινητοποιήθηκε, προκαλώντας πανικό στους επιβαίνοντες.

«Πρόκειται για μια περιοχή που μας έδινε και στο παρελθόν προβλήματα. Τώρα όμως είναι πολλά περισσότερα», σημειώνει ο κ. Καχριμάνης, υπογραμμίζοντας ότι το έδαφος στην Ήπειρο είναι «δύσκολο, πολύ ασταθές, το τρώει εύκολα το νερό». Η ραχοκοκαλιά της Ηπείρου, η Πίνδος, με τα απότομα πρανή, παρουσιάζει έντονα κατολισθητικά φαινόμενα, ιδίως εκεί όπου οι δρόμοι έχουν χαραχθεί σε ευαίσθητες πλαγιές.

Την ίδια στιγμή, η Ιόνια Οδός—ένα από τα πιο σύγχρονα οδικά έργα της χώρας—βρέθηκε εκτός λειτουργίας στο 127ο χιλιόμετρο, στο ύψος της Συκούλας, στα όρια Άρτας–Αιτωλοακαρνανίας, μετά από μεγάλη κατολίσθηση ορύγματος. Η κυκλοφορία στο τμήμα Άρτα–Αμφιλοχία εκτρέπεται μέσω της παλιάς Εθνικής Οδού Ιωαννίνων–Αντιρρίου, με σημαντικές καθυστερήσεις και αυξημένο φόρτο, ενώ εκτιμάται ότι το τμήμα θα παραμείνει κλειστό για μήνες μέχρι την πλήρη αποκατάσταση.

Δυόμισι μήνες βροχής στη Δυτική Ελλάδα
Αν η Ήπειρος είναι το πιο λαβωμένο κομμάτι του χάρτη, η Δυτική Ελλάδα συνολικά ζει έναν χειμώνα χωρίς ανάσα. «Στη Δυτική Ελλάδα βρέχει διαρκώς επί δυόμισι μήνες», σημειώνουν οι τοπικές αρχές. Στην περιοχή έχουν καταγραφεί πάνω από 2.000 χιλιοστά βροχής από τον περασμένο Νοέμβριο μέχρι και τον Φεβρουάριο—ποσότητα που σε πολλές περιπτώσεις αντιστοιχεί ή και υπερβαίνει τον ετήσιο μέσο όρο.

Ο περιφερειάρχης Δυτικής Ελλάδας, Νεκτάριος Φαρμάκης, περιγράφει μια πρωτόγνωρη εικόνα: «Κατολισθητικά φαινόμενα και καθιζήσεις αποκόπτουν οδικά δίκτυα και απειλούν σπίτια. Τα βουνά “κατέβηκαν” προς τις γεωργικές περιοχές. Πρώτη φορά φέτος τον χειμώνα βλέπουμε τόσο μαζικές κατολισθήσεις». Η Δυτική Ελλάδα, που παραδοσιακά πλήττεται από έντονα φαινόμενα, φαίνεται να βρίσκεται πλέον σε ένα νέο καθεστώς κινδύνου.

Στην Πρέβεζα, στην Εθνική Οδό Πρέβεζας–Ηγουμενίτσας καταγράφονται συνεχείς καταπτώσεις, ενώ προβλήματα εντοπίζονται σε Μυρσίνη, Μύτικα, Καστροσυκιά και στην ευρύτερη περιοχή της Πάργας, όπου ζημιές σημειώνονται σε οδικά δίκτυα και υποδομές. Πλημμυρικά φαινόμενα επηρεάζουν θερμοκήπια και κτηνοτροφικές μονάδες, με τους παραγωγούς να μετρούν ήδη σημαντικές απώλειες.

Από τη Θεσσαλία μέχρι τα νησιά: ένα πανελλαδικό πρόβλημα
Παρότι η Δυτική Ελλάδα «πρωταγωνιστεί» στις καταστροφές, η γεωγραφική διασπορά των φαινομένων είναι εντυπωσιακά ευρεία: Θεσσαλονίκη, Χίος, Σάμος, Θεσσαλία (ιδίως στην περιοχή της Λάρισας), Αττική, Πελοπόννησος, Κρήτη, αλλά και η Λήμνος, όπου η κακοκαιρία της 20ής Φεβρουαρίου προκάλεσε εκτεταμένες ζημιές. Το πρόβλημα δεν είναι πια τοπικό· είναι πανελλαδικό.

Στη Θεσσαλία, ο κάμπος «γράφει» κυρίως πλημμυρικά φαινόμενα, σε αντίθεση με τη Δυτική Ελλάδα όπου κυριαρχούν οι κατολισθήσεις, όπως εξηγεί ο επίκουρος καθηγητής Φυσικών Καταστροφών του ΕΚΠΑ, Μιχάλης Διακάκης. Στη Λάρισα, χαρακτηριστικό παράδειγμα κακού σχεδιασμού αποτελεί ο στενός αγωγός που καταλήγει στην παραλία της Αγιάς, ο οποίος κατασκευάστηκε το 2010 με ανεπαρκείς προδιαγραφές και, σύμφωνα με τον περιφερειάρχη Θεσσαλίας Δημήτρη Κουρέτα, ευθύνεται για τα επαναλαμβανόμενα πλημμυρικά επεισόδια σε κάθε έντονη βροχόπτωση.

Την ίδια ώρα, τα λιμάνια νησιών και παραθαλάσσιων περιοχών—Χίος, Σάμος, Σέριφος, Πάτμος, Κατάκολο κ.ά.—βιώνουν εκτεταμένες πλημμύρες, με τα νερά να εισβάλλουν σε χερσαίες ζώνες, να διακόπτουν τη λειτουργία υποδομών και να προκαλούν ζημιές σε επιχειρήσεις και δίκτυα. Οι εικόνες αυτές συνδέονται άμεσα με την άνοδο της στάθμης της θάλασσας και την ενίσχυση των κυματισμών λόγω κλιματικής αλλαγής, όπως επισημαίνουν μετεωρολόγοι και ερευνητές.

Το έδαφος «ξεκλειδώνει»: τι λένε οι επιστήμονες
«Ο πάρα πολύ μεγάλος όγκος βρόχινου νερού δρα πια σωρευτικά», εξηγεί στο in ο Μιχάλης Διακάκης. «Στη Δυτική Ελλάδα υπάρχει έντονη μορφολογία και έντονη γεωδυναμική δραστηριότητα. Η τεράστια ποσότητα νερού προκαλεί μετακινήσεις εδαφικών μαζών, κατολισθήσεις, διάβρωση και διαδοχικές αστοχίες με κύριο χαρακτηριστικό τη διάβρωση του εδάφους και τις κατολισθήσεις. Έχουμε καθιζήσεις και κάτω από την άσφαλτο, με αποτέλεσμα οι δρόμοι να ανοίγουν στα δύο».

Ο καθηγητής Φυσικών Καταστροφών του ΕΚΠΑ, Ευθύμιος Λέκκας, έχει επισημάνει ότι οι έντονες βροχοπτώσεις εισχώρησαν στο υπέδαφος και συνδυάστηκαν αρνητικά με ασταθείς γεωλογικούς σχηματισμούς. Η απότομη γεωλογική έξαρση έρχεται ως συνέχεια μιας παρατεταμένης περιόδου ξηρασίας, η οποία «προετοίμασε» το έδαφος για την τρέχουσα αποσταθεροποίηση: τα εδάφη ήταν ακόρεστα για μεγάλο χρονικό διάστημα και ο ξαφνικός εμποτισμός τους με τεράστιες ποσότητες νερού άλλαξε βίαια τις εσωτερικές πιέσεις των πετρωμάτων, οδηγώντας σε κατολισθήσεις και καθιζήσεις.

Με απλά λόγια, η κλιματική κρίση δεν εκφράζεται μόνο με περισσότερη βροχή, αλλά με ακραίες εναλλαγές: ξηρασία–καταρρακτώδεις βροχές. Αυτές οι εναλλαγές «ξεκλειδώνουν» το έδαφος, αποσταθεροποιούν πρανή, υποσκάπτουν θεμέλια και υποδομές που είχαν σχεδιαστεί για ένα εντελώς διαφορετικό κλιματικό καθεστώς.

Γιατί «λυγίζουν» οι υποδομές
Το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσο οι ελληνικές υποδομές μπορούν να αντέξουν αυτά τα νέα φαινόμενα. «Αστοχίες είχαμε και στο παρελθόν. Έχουμε ξαναδεί κατολισθήσεις κατά τη διάρκεια χειμερινών μηνών», λέει ο Μιχάλης Διακάκης. «Ο σχεδιασμός των υποδομών στη χώρα μας ακολουθεί κάποια στατιστικά και κάποιες παραδοχές και προδιαγραφές οι οποίες ήταν αποδεκτές στο παρελθόν. Λόγω κλιματικής αλλαγής αυτές οι αστοχίες εμφανίζονται πολύ πιο συχνά από ό,τι στο παρελθόν».

Τα έργα υποδομής σχεδιάζονται με βάση ιστορικά κλιματικά δεδομένα και αναλύσεις βροχοπτώσεων προηγούμενων δεκαετιών. «Τα στατιστικά στοιχεία βάσει των οποίων χτίστηκε μια γέφυρα το 1970 ή το 1980 δεν έχουν καμία σχέση με τα σημερινά και πολύ περισσότερο με αυτά του μέλλοντος. Το αποτέλεσμα είναι ένα μεγάλο μέρος των υποδομών στη χώρα μας να είναι γηρασμένες και να μην μπορούν να ανταποκριθούν στα σημερινά φαινόμενα», σημειώνει ο ίδιος.

Σε πολλές περιπτώσεις, τα περιθώρια βελτίωσης είναι περιορισμένα. «Αν κάτω από μία γέφυρα έχεις μικρή διατομή, όσο καλά συντηρημένη και να είναι η γέφυρα δεν θα μπορεί να “διαχειριστεί” ένα φαινόμενο. Δεν χρειάζεται καν το φαινόμενο να είναι ακραίο. Οι υποδομές δοκιμάζονται και στα έντονα ή με μεγάλη διάρκεια φαινόμενα όπως συμβαίνει φέτος», εξηγεί ο Διακάκης, φέρνοντας ως παράδειγμα τόσο τον προβληματικό αγωγό στην Αγιά Λάρισας όσο και την Ιόνια Οδό, η οποία, παρότι νέα, δέχθηκε ισχυρό πλήγμα από κατολισθήσεις.

«Δεν είχε πάντως κάποιο πρόβλημα η Ιόνια Οδός. Ο μηχανικός του έργου έπραξε τα προβλεπόμενα. Δεν γίνεται να ισοπεδώσεις όλο το βουνό για να μην έρθεις αντιμέτωπος με κατολισθήσεις. Δεν είναι λογικό να κάνεις φαραωνικά έργα για να μην έχεις τέτοια προβλήματα. Πάντα στις προδιαγραφές που θέτουμε για ένα έργο, παίρνουμε ένα ρίσκο. Αυτό το παράθυρο ρίσκου σήμερα έχει μεγαλώσει αισθητά. Η πιθανότητα αστοχίας του 1% έχει ανέβει σήμερα στο 2% και 3% λόγω της κλιματικής αλλαγής», τονίζει.

Γηρασμένο δίκτυο, νέες προδιαγραφές
Η υποδομή που εμφανίζει αυτή τη στιγμή τα μεγαλύτερα προβλήματα είναι, σύμφωνα με τον Διακάκη, η οδοποιία. «Ένα μεγάλο μέρος του οδικού δικτύου έχει δημιουργηθεί με τις προδιαγραφές που είχαμε όλοι συμφωνήσει ότι είναι οι σωστές, στο παρελθόν. Αυτές οι παραδοχές δεν ισχύουν πια». Οδικό δίκτυο, αποχέτευση, ύδρευση—τα πιο βασικά δίκτυα της καθημερινότητας—έχουν σχεδιαστεί με παλιές κλιματικές παραδοχές και σήμερα αποδεικνύονται ανεπαρκή.

Ο περιφερειάρχης Ηπείρου, Αλέξανδρος Καχριμάνης, αναφέρεται στον νόμο 4495/2017 (ΦΕΚ 167Α/2017) για τον έλεγχο και την προστασία του δομημένου περιβάλλοντος, ο οποίος εισάγει επικαιροποιημένες τεχνικές οδηγίες και προβλέπει την ενσωμάτωση μέτρων ανθεκτικότητας στα έργα, ιδιαίτερα στα μεγάλα οδικά και λιμενικά έργα. «Όπου μπορούν να διορθωθούν οι πολλές ζημιές στην Περιφέρειά μας με νέες προδιαγραφές, αυτό θα πράξουμε», σημειώνει, αφήνοντας όμως ανοιχτό το ερώτημα του κόστους και του χρόνου.

Το μεγάλο ερώτημα παραμένει: πόσα έργα υποδομών έχουν πραγματοποιηθεί στην Ελλάδα μετά το 2017, με βάση τις νέες προδιαγραφές; Η απάντηση, όπως παραδέχονται ειδικοί και αυτοδιοικητικοί, είναι «μάλλον λίγα» σε σχέση με το τεράστιο σώμα παλαιών έργων που συγκροτούν το σημερινό προφίλ των ελληνικών υποδομών. Η χώρα μοιάζει να τρέχει πίσω από τα γεγονότα, προσπαθώντας να προσαρμόσει ένα παλιό «κουστούμι» σε ένα νέο, πιο ακραίο κλίμα.

Λιμάνια στην πρώτη γραμμή της κλιματικής κρίσης
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν οι επαναλαμβανόμενες πλημμύρες στα λιμάνια νησιών και παραθαλάσσιων περιοχών, όπως η Χίος, η Σάμος, η Σέριφος, η Πάτμος και το Κατάκολο. Ο φυσικός–μετεωρολόγος Σταύρος Ντάφης, μέλος της μονάδας ΜΕΤΕΟ, έχει επισημάνει σε άρθρο του ότι τα φαινόμενα αυτά συνδέονται με την κλιματική αλλαγή, τόσο μέσω της ανόδου της μέσης στάθμης της θάλασσας όσο και μέσω της αύξησης της συχνότητας και της έντασης των ισχυρών νοτιάδων και των κυματισμών που «σπρώχνουν» τη θάλασσα προς την ξηρά.

Τα λιμάνια, σχεδιασμένα σε μεγάλο βαθμό για ένα παλαιότερο κλιματικό καθεστώς, βρίσκονται πλέον στην πρώτη γραμμή της κλιματικής κρίσης: οι υποδομές τους (κρηπιδώματα, αποχετευτικά, οδικά δίκτυα εντός λιμενικών ζωνών) δεν επαρκούν για να διαχειριστούν τον συνδυασμό υψηλής στάθμης, έντονων βροχοπτώσεων και ισχυρών ανέμων.

Ανάμεσα στο κόστος και την ασφάλεια
Η κλιματική αλλαγή θέτει ένα δύσκολο δίλημμα: πώς πρέπει να κατασκευάζονται πλέον τα έργα υποδομής; «Τα φαραωνικά έργα δεν είναι η λύση», υπογραμμίζει ο Μιχάλης Διακάκης. Η ισορροπία ανάμεσα στα χρήματα που απαιτούνται για τον σχεδιασμό ή την αντικατάσταση ενός έργου και στις νέες προδιαγραφές που επιβάλλει η κλιματική κρίση είναι εξαιρετικά λεπτή.

Η πραγματικότητα, όμως, δεν αφήνει πολλά περιθώρια εφησυχασμού. Οι κατολισθήσεις στα Τζουμέρκα, η καθίζηση των 60 μέτρων σε επαρχιακό δρόμο, η μεγάλη κατολίσθηση στο 127ο χλμ της Ιόνιας Οδού, οι πάνω από 2.000 χιλιοστά βροχής στη Δυτική Ελλάδα σε λίγους μήνες, οι πλημμυρισμένες παραλιακές ζώνες και τα λιμάνια, συνθέτουν μια εικόνα χώρας που βρίσκεται ήδη μέσα στην κλιματική κρίση—όχι στο μέλλον, αλλά στο παρόν.

Το ερώτημα δεν είναι πια αν θα αντέξουν οι υποδομές της Ελλάδας στην κλιματική αλλαγή, αλλά πόσο γρήγορα η χώρα θα καταφέρει να τις επανασχεδιάσει, να τις συντηρήσει και, όπου χρειάζεται, να τις αντικαταστήσει, ώστε οι επόμενες κακοκαιρίες να μη γράφουν κάθε φορά ένα νέο κεφάλαιο καταστροφής στον ίδιο, ήδη επιβαρυμένο χάρτη.

 

Πηγή: in.gr
Πηγή φωτογραφίας 1: in.gr
Πηγή φωτογραφίας 2: in.gr
Πηγή φωτογραφίας 3: in.gr
Πηγή φωτογραφίας 4: in.gr
Πηγή φωτογραφίας 5: in.gr
Πηγή φωτογραφίας 6: in.gr
Πηγή φωτογραφίας 7: in.gr