Υπό τον Ντόναλντ Τραμπ, το χρέος των ΗΠΑ ξεπερνά Ιταλία και Ελλάδα — Ιστορική ανατροπή με παγκόσμιες συνέπειες, προειδοποιεί το ΔΝΤ.
Ομάδα σύνταξης moneypress Insideworld
Υπό τον Ντόναλντ Τραμπ, το χρέος των ΗΠΑ ξεπερνά Ιταλία και Ελλάδα — Ιστορική ανατροπή με παγκόσμιες συνέπειες, προειδοποιεί το ΔΝΤ.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) δημοσιοποίησε προβλέψεις που καταγράφουν ανησυχητική πορεία για το δημόσιο χρέος των Ηνωμένων Πολιτειών. Σύμφωνα με την έκθεση Fiscal Monitor, το χρέος της χώρας αναμένεται να φτάσει το 143,5% του ΑΕΠ έως το 2030, ξεπερνώντας για πρώτη φορά τις αντίστοιχες αναλογίες της Ιταλίας και της Ελλάδας. Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί μετατόπιση της κρίσης χρέους από την ευρωπαϊκή περιφέρεια προς την καρδιά της παγκόσμιας οικονομίας.

Η κυβέρνηση Τραμπ υιοθέτησε πολιτικές υψηλών δαπανών, με έμφαση στην ενίσχυση της άμυνας, την εφαρμογή φορολογικών μειώσεων και την υλοποίηση μεγάλων έργων υποδομής. Ωστόσο, οι πολιτικές αυτές δεν συνοδεύτηκαν από αντίστοιχες περικοπές ή αύξηση των εσόδων, οδηγώντας σε διεύρυνση των ελλειμμάτων και αύξηση του χρέους. Παράλληλα, η γήρανση του πληθυσμού στις ΗΠΑ έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των δαπανών για κοινωνική ασφάλιση και υγειονομική περίθαλψη. Τα προγράμματα Medicare και Social Security απορροφούν σημαντικό μέρος του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού, ενώ η αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους μειώνεται σταθερά.
Η άνοδος των επιτοκίων από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα (Fed) για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού έχει αυξήσει το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους. Οι τόκοι που καταβάλλονται ετησίως από το αμερικανικό δημόσιο προσεγγίζουν πλέον τα επίπεδα των αμυντικών δαπανών, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα επενδύσεων και κοινωνικών παροχών.
Το χρέος των ΗΠΑ ανέρχεται σήμερα σε περίπου 123% του ΑΕΠ και προβλέπεται να φτάσει το 143,5% έως το 2030. Το ετήσιο δημοσιονομικό έλλειμμα ξεπερνά το 7% του ΑΕΠ, γεγονός που κατατάσσει τις ΗΠΑ στην κορυφή των ανεπτυγμένων οικονομιών με τα μεγαλύτερα ελλείμματα. Παρά την υψηλή πιστοληπτική ικανότητα (AAA), οι οίκοι αξιολόγησης έχουν εκφράσει ανησυχίες για τη βιωσιμότητα της πορείας αυτής.
Η Ιταλία διατηρεί χρέος περίπου στο 140% του ΑΕΠ, με ετήσιο έλλειμμα γύρω στο 4%. Παρά τις διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας της, η χώρα έχει σταθεροποιήσει το χρέος της μέσω ελέγχου των δαπανών και ευρωπαϊκής εποπτείας. Η πιστοληπτική της ικανότητα παραμένει σε επίπεδο BBB.
Η Ελλάδα, μετά από δεκαετή κρίση και τρία μνημόνια, έχει μειώσει το χρέος της από το 180% στο περίπου 160% του ΑΕΠ, με προβλέψεις για περαιτέρω μείωση. Το ετήσιο έλλειμμα είναι πλέον κάτω από το 2%, ενώ η χώρα έχει βελτιώσει τη δημοσιονομική της εικόνα, αν και η πιστοληπτική της ικανότητα παραμένει σε επίπεδο BB+.
Η επιστημονική κοινότητα και τα οικονομικά ινστιτούτα έχουν εκφράσει σοβαρές επιφυλάξεις για την πορεία του αμερικανικού χρέους. Το Peterson Institute for International Economics επισημαίνει ότι η τρέχουσα δημοσιονομική στρατηγική των ΗΠΑ είναι μη βιώσιμη, καθώς δεν συνοδεύεται από μέτρα εξισορρόπησης. Το Brookings Institution τονίζει ότι η πολιτική πόλωση εμποδίζει την υιοθέτηση μακροπρόθεσμων λύσεων, ενώ το Congressional Budget Office προβλέπει ότι το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους θα ξεπεράσει τις αμυντικές δαπάνες έως το 2033, γεγονός που θα περιορίσει τη δυνατότητα για νέες πρωτοβουλίες.
Η εσωτερική πολιτική σκηνή των ΗΠΑ χαρακτηρίζεται από έντονη αντιπαράθεση γύρω από το ανώτατο όριο χρέους και τις κρατικές δαπάνες. Οι διαφωνίες μεταξύ Ρεπουμπλικανών και Δημοκρατικών έχουν οδηγήσει σε επανειλημμένες κρίσεις χρηματοδότησης, με προσωρινές αναστολές λειτουργίας του κράτους (shutdowns). Η απουσία δημοσιονομικής πειθαρχίας καταγράφεται ως βασικός παράγοντας αύξησης του χρέους. Το ΔΝΤ επισημαίνει ότι το έλλειμμα των ΗΠΑ θα παραμείνει πάνω από το 7% του ΑΕΠ κάθε χρόνο έως το 2030, ποσοστό που δεν συναντάται σε καμία άλλη ανεπτυγμένη οικονομία. Η μεταπανδημική κληρονομιά επιδείνωσε την κατάσταση. Οι δαπάνες για την αντιμετώπιση της COVID-19, αν και απαραίτητες, άφησαν μόνιμα ελλείμματα και αύξησαν το χρέος, χωρίς να συνοδευτούν από αντίστοιχες μεταρρυθμίσεις.
Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, μέσω της έκθεσης Fiscal Monitor, απευθύνει σύσταση προς τις Ηνωμένες Πολιτείες για υιοθέτηση συνετής δημοσιονομικής στρατηγικής. Η σύσταση περιλαμβάνει την ανάγκη περιορισμού των δαπανών και ενίσχυσης των εσόδων με διαρθρωτικά μέτρα, ώστε να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του χρέους σε μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Σύμφωνα με αναφορές διεθνών οικονομικών μέσων, η αύξηση του χρέους των ΗΠΑ καταγράφεται ως η ταχύτερη μεταξύ των ανεπτυγμένων οικονομιών, γεγονός που προκαλεί ανησυχία στους επενδυτές και τους οίκους αξιολόγησης. Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι η τάση αυτή ενδέχεται να επηρεάσει την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας, εάν δεν υπάρξει προσαρμογή της δημοσιονομικής πολιτικής.
Δεν έχουν καταγραφεί επίσημες δηλώσεις από τον Πρόεδρο Τραμπ σχετικά με τις προβλέψεις του ΔΝΤ. Ωστόσο, κυβερνητικές πηγές επαναλαμβάνουν τη δέσμευση για ενίσχυση των επενδύσεων, εφαρμογή φορολογικών ελαφρύνσεων και στήριξη της εγχώριας παραγωγής. Οι πολιτικές αυτές παρουσιάζονται ως μέτρα ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας και της οικονομικής ανάπτυξης, ενώ η επίδρασή τους στο δημόσιο χρέος παραμένει αντικείμενο διεθνούς παρακολούθησης.
Η εσωτερική κοινωνική δυναμική των Ηνωμένων Πολιτειών επηρεάζεται άμεσα από την πορεία του δημόσιου χρέους. Σε περίπτωση που η ομοσπονδιακή κυβέρνηση επιδιώξει τη μείωση του χρέους μέσω περικοπών δαπανών, ενδέχεται να επηρεαστούν βασικά κοινωνικά προγράμματα, όπως η δημόσια υγειονομική περίθαλψη και η κοινωνική ασφάλιση. Η δημοσιονομική πίεση μπορεί να οδηγήσει σε ανακατανομή των φορολογικών βαρών, με πιθανές ελαφρύνσεις για τις επιχειρήσεις και αυξημένες επιβαρύνσεις για τα χαμηλότερα εισοδήματα. Αυτή η εξέλιξη ενδέχεται να ενισχύσει τις κοινωνικές ανισότητες και να προκαλέσει εντάσεις στο εσωτερικό της χώρας. Το βάρος του χρέους μεταφέρεται στις επόμενες γενιές, περιορίζοντας τις δυνατότητες επένδυσης σε τομείς όπως η εκπαίδευση, η καινοτομία και οι υποδομές. Η αβεβαιότητα για το μέλλον ενισχύει την πολιτική πόλωση και τη δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς, δημιουργώντας ένα περιβάλλον κοινωνικής και πολιτικής αστάθειας.
Η έκθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου καταγράφει την προβλεπόμενη αύξηση του δημόσιου χρέους των Ηνωμένων Πολιτειών σε επίπεδα που υπερβαίνουν εκείνα της Ιταλίας και της Ελλάδας έως το 2030. Η μεταβολή αυτή στη διεθνή κατάταξη των υπερχρεωμένων οικονομιών συνοδεύεται από τεχνικές επισημάνσεις για τις δημοσιονομικές ανισορροπίες, τις επιπτώσεις στην πιστοληπτική ικανότητα και τις πιθανές συνέπειες για τις διεθνείς αγορές. Η εξέλιξη του φαινομένου παραμένει υπό παρακολούθηση από διεθνείς οργανισμούς, οίκους αξιολόγησης και οικονομικά ινστιτούτα. Οι σχετικές αναλύσεις εστιάζουν σε παραμέτρους όπως η ικανότητα εξυπηρέτησης του χρέους, η πολιτική διαχείριση των ελλειμμάτων, η επίδραση στις κοινωνικές δαπάνες και η γεωπολιτική στρατηγική των ΗΠΑ. Παράλληλα, εξετάζεται η σύνδεση της εμπορικής και διπλωματικής πολιτικής με τις εσωτερικές δημοσιονομικές ανάγκες.
Οι αποφάσεις που θα ληφθούν από τις αρμόδιες αρχές ενδέχεται να επηρεάσουν τη μελλοντική πορεία της αμερικανικής οικονομίας, τη θέση της χώρας στο διεθνές χρηματοοικονομικό σύστημα και την ισορροπία των παγκόσμιων σχέσεων. Το ρεπορτάζ παραμένει ανοικτό σε επικαιροποίηση, σύμφωνα με τις εξελίξεις και τις επίσημες ανακοινώσεις.
Πηγή φωτογραφίας 1: ft.com
Πηγή φωτογραφίας 2: organiser.org
Πηγή φωτογραφίας 3: offsite.com.cy
Πηγή φωτογραφίας 4: fortune.com

