Συνάντηση με τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ.κ. Παντελεήμων για τον πρωτογενή τομέα
Συνάντηση με τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ.κ. Παντελεήμων για τον πρωτογενή τομέα
Σε μια κρίσιμη συνάντηση στις 12 Μαρτίου 2026, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ.κ. Παντελεήμων συζήτησε με τον Ελευθέριο Καφάτσο, επαγγελματία αγρότη, ιδιοκτήτη του InsideWorld.gr και μέλος της Επιτροπής Αγροτικής Ανάπτυξης του Δήμου Δέλτα Θεσσαλονίκης για τα αδιέξοδα και τις προκλήσεις του πρωτογενή τομέα.
Facebook
X (Twitter)
LinkedIn
Αντιγραφή Συνδέσμου
Ομάδα σύνταξης socialpress Insideworld
Σε μια κρίσιμη και υψηλής σημασίας συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στις 12 Μαρτίου 2026 στην Ιερά Μητρόπολη Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης κ.κ. Παντελεήμων είχε εκτενή συζήτηση με τον κ. Ελευθέριο Καφάτσο, επαγγελματία αγρότη, ιδιοκτήτη της δημοσιογραφικής ιστοσελίδας InsideWorld.gr και μέλος της Επιτροπής Αγροτικής Ανάπτυξης του Δήμου Δέλτα Θεσσαλονίκης. Η συζήτηση ανέδειξε το σύνολο των πιέσεων που δέχεται ο ελληνικός πρωτογενής τομέας, σε μια περίοδο όπου οι διεθνείς εξελίξεις, οι αθρόες εισαγωγές, η ενεργειακή κρίση και η εγκατάλειψη της υπαίθρου συνθέτουν ένα εκρηκτικό σκηνικό για την ελληνική παραγωγή.
Αύξηση εισαγωγών, αθέμιτος ανταγωνισμός και παράνομες ελληνοποιήσεις – Ένα διαρκές έγκλημα εις βάρος της ελληνικής παραγωγής Ο κ. Καφάτσος τόνισε ότι η ραγδαία αύξηση των εισαγωγών αγροτικών προϊόντων από χώρες της Mercosur και της Ασίας έχει δημιουργήσει ένα εκρηκτικό μείγμα αθέμιτου ανταγωνισμού, οικονομικής ασφυξίας και απαξίωσης της ελληνικής παραγωγής. Πολλά από τα εισαγόμενα προϊόντα προέρχονται από χώρες με χαμηλότερα πρότυπα παραγωγής, όπου χρησιμοποιούνται φυτοφάρμακα και δραστικές ουσίες που έχουν απαγορευτεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η απουσία ισοδύναμων ελέγχων και η αδυναμία ιχνηλασιμότητας δημιουργούν σοβαρούς κινδύνους για τη δημόσια υγεία, ενώ ταυτόχρονα οδηγούν σε συσσώρευση μεγάλων ποσοτήτων ελληνικών προϊόντων που παραμένουν αδιάθετα στις αποθήκες.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο τομέας του ρυζιού, όπου περίπου 200.000 τόνοι ελληνικού ρυζιού παραμένουν στα σιλό της Κεντρικής Μακεδονίας, την ώρα που η αγορά κατακλύζεται από φθηνές εισαγωγές χαμηλής ποιότητας. Αντίστοιχα, στα όσπρια, παραγωγοί από τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία καταγγέλλουν ότι εισάγονται μεγάλες ποσότητες προϊόντων που συχνά δεν πληρούν τα ευρωπαϊκά πρότυπα, αλλά παρ’ όλα αυτά διοχετεύονται στην αγορά σε εξευτελιστικές τιμές.
Στη συζήτηση τέθηκε εκτενώς και το ζήτημα των παράνομων ελληνοποιήσεων, ένα φαινόμενο που τα τελευταία χρόνια έχει λάβει εκρηκτικές διαστάσεις και υπονομεύει συστηματικά την ελληνική παραγωγή. Μεταξύ άλλων παρουσιάστηκε στον Σεβασμιώτατο σειρά επίσημων καταγγελιών και στοιχείων που αποδεικνύουν ότι μεγάλες ποσότητες εισαγόμενων προϊόντων χαμηλής ποιότητας βαφτίζονται «ελληνικά», δημιουργώντας συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού και οικονομική ασφυξία στους παραγωγούς.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στον κλάδο του μελιού, όπου μελισσοκομικοί σύλλογοι από τον Έβρο, τη Ροδόπη και τη Θεσσαλία έχουν καταγγείλει ότι εισάγονται μαζικά φθηνά μείγματα αμφιβόλου ποιότητας, τα οποία αναμειγνύονται με ελληνικό μέλι και διατίθενται στην αγορά ως εγχώριο προϊόν. Το θέμα έχει φτάσει και στη Βουλή, ενώ ευρωπαϊκή έρευνα της Κομισιόν αποκάλυψε ότι έως και το 46% του μελιού που κυκλοφορεί στην ευρωπαϊκή αγορά εμφανίζει ενδείξεις νοθείας, στοιχείο που επηρεάζει άμεσα και την ελληνική αγορά.
Αντίστοιχα, στον τομέα των οσπρίων, υπάρχουν επανειλημμένες αναφορές για εισαγωγές χαμηλής ποιότητας που ελληνοποιούνται και πωλούνται ως ελληνικά, συμπιέζοντας τις τιμές και πλήττοντας την εγχώρια παραγωγή. Παρότι δεν έχουν δημοσιοποιηθεί συγκεκριμένες παρτίδες που κρίθηκαν ακατάλληλες μετά από υγειονομικό έλεγχο, οι καταγγελίες παραγωγών και συνεταιρισμών είναι συνεχείς.
Το φαινόμενο αυτό, όπως τονίστηκε, δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό αλλά μια διαρκή και συστηματική πρακτική που αποδομεί την αξιοπιστία των ελληνικών προϊόντων, στερεί εισόδημα από τους παραγωγούς και δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους για τη δημόσια υγεία. Η ανάγκη για αυστηρούς ελέγχους, διαφάνεια και πραγματική προστασία της ελληνικής παραγωγής αναδείχθηκε ως ζήτημα ύψιστης προτεραιότητας.
Οι αγροτικές κινητοποιήσεις του 2025–2026 – Ένα πρωτοφανές κύμα αγανάκτησης και ανεκπλήρωτες δεσμεύσεις
Ο κ. Καφάτσος αναφέρθηκε στις ιστορικών διαστάσεων αγροτικές κινητοποιήσεις που συγκλόνισαν τη χώρα από τον Δεκέμβριο του 2025 έως τον Ιανουάριο του 2026. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, αγρότες, κτηνοτρόφοι, μελισσοκόμοι και αλιείς ενώθηκαν σε ένα ενιαίο, μαζικό μέτωπο, με τη στήριξη χιλιάδων πολιτών, επαγγελματικών φορέων, εργατικών σωματείων και δημοτικών αρχών από κάθε γωνιά της Ελλάδας. Η συμμετοχή ξεπέρασε κάθε προηγούμενο, αποτυπώνοντας το βάθος της κρίσης και την απόγνωση που επικρατεί στον πρωτογενή τομέα.
Στη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στο Μέγαρο Μαξίμου, η κυβέρνηση δεσμεύτηκε για μια σειρά στοχευμένων παρεμβάσεων, οι οποίες όμως παραμένουν μέχρι σήμερα ανεκπλήρωτες, επιτείνοντας την ανασφάλεια των παραγωγών ενόψει της νέας καλλιεργητικής περιόδου. Η άμεση καταβολή των νόμιμων επιδοτήσεων και των συνδεδεμένων ενισχύσεων εξακολουθεί να καθυστερεί, με την πολιτεία να επικαλείται τεχνικά προβλήματα και πρόσθετους ελέγχους, αφήνοντας χιλιάδες παραγωγούς χωρίς την απαραίτητη ρευστότητα για να ξεκινήσουν τις εργασίες τους.
Παράλληλα, η μείωση του κόστους παραγωγής, ιδιαίτερα στο αγροτικό πετρέλαιο, παραμένει σε εκκρεμότητα, παρά τις κυβερνητικές δεσμεύσεις για άμεση εφαρμογή. Το ίδιο ισχύει και για το ειδικό αγροτικό τιμολόγιο ρεύματος, το οποίο είχε ανακοινωθεί ως μέτρο ανακούφισης αλλά δεν έχει ενεργοποιηθεί. Τα έργα άρδευσης και οι υποδομές που είχαν υποσχεθεί ότι θα επιταχυνθούν παραμένουν στα χαρτιά, ενώ τα προβλήματα με το ΑΤΑΚ και το ΚΑΕΚ συνεχίζουν να μπλοκάρουν χιλιάδες δηλώσεις ΟΣΔΕ, καθυστερώντας ακόμη περισσότερο τις πληρωμές.
Η απουσία ουσιαστικής προστασίας από τον αθέμιτο ανταγωνισμό και τις παράνομες ελληνοποιήσεις επιτείνει την κρίση, καθώς οι παραγωγοί βλέπουν τα προϊόντα τους να απαξιώνονται στην αγορά. Οι καθυστερήσεις αυτές έχουν οδηγήσει χιλιάδες αγρότες σε οικονομική ασφυξία. Πολλοί αδυνατούν να αγοράσουν σπόρους, λιπάσματα και εφόδια, ενώ άλλοι δεν μπορούν καν να ξεκινήσουν τις εργασίες στα χωράφια τους. Η νέα καλλιεργητική περίοδος ξεκινά με τους χειρότερους δυνατούς οιωνούς, καθώς η έλλειψη ρευστότητας συμπίπτει με την εκτίναξη του κόστους παραγωγής και τις διεθνείς αναταράξεις.
Η αγανάκτηση του αγροτικού κόσμου, όπως επισημάνθηκε στη συνάντηση, δεν αφορά μόνο τα οικονομικά ζητήματα, αλλά και την αίσθηση ότι ο πρωτογενής τομέας έχει αφεθεί χωρίς στρατηγική, χωρίς στήριξη και χωρίς προοπτική. Οι κινητοποιήσεις του 2025–2026 αποτέλεσαν ηχηρό μήνυμα προς την πολιτεία ότι η ελληνική ύπαιθρος βρίσκεται σε οριακό σημείο και ότι η αδράνεια δεν αποτελεί πλέον επιλογή.
Διεθνείς εξελίξεις και ενεργειακή κρίση – Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ επιβαρύνει το κόστος παραγωγής
Σημαντικό μέρος της συζήτησης αφιερώθηκε στις δραματικές διεθνείς εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα στον Περσικό Κόλπο. Αναφέρθηκε ότι ο πόλεμος που βρίσκεται σε εξέλιξη στην περιοχή έχει προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας, με το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ να αποτελεί το πιο καθοριστικό γεγονός. Τα Στενά, από τα οποία διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου και μεγάλο μέρος των πρώτων υλών για λιπάσματα, έχουν ουσιαστικά παραλύσει, προκαλώντας εκτίναξη των διεθνών τιμών.Η αύξηση της τιμής του πετρελαίου έχει άμεσο αντίκτυπο στον ελληνικό πρωτογενή τομέα, όπου το ενεργειακό κόστος αποτελεί ήδη έναν από τους σημαντικότερους παράγοντες επιβάρυνσης. Η τιμή του αγροτικού πετρελαίου έχει αυξηθεί σημαντικά, επηρεάζοντας το κόστος άροσης, σποράς, άρδευσης και μεταφοράς προϊόντων. Παράλληλα, η άνοδος της τιμής του φυσικού αερίου έχει οδηγήσει σε νέα αύξηση της τιμής των λιπασμάτων, καθώς μεγάλο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής τους εξαρτάται από ενεργειακές πρώτες ύλες που προέρχονται από τον Κόλπο.Ο κ. Καφάτσος υπογράμμισε ότι η Ελλάδα, ως χώρα με υψηλή εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα και λιπάσματα, βρίσκεται σε ιδιαίτερα ευάλωτη θέση. Η αύξηση του κόστους παραγωγής συμπίπτει με μια περίοδο όπου οι παραγωγοί ήδη αντιμετωπίζουν οικονομική ασφυξία λόγω καθυστερήσεων στις επιδοτήσεις, αδιάθετων προϊόντων και αθέμιτου ανταγωνισμού από εισαγωγές χαμηλής ποιότητας. Η διεθνής ενεργειακή κρίση λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής των προβλημάτων, απειλώντας τη βιωσιμότητα χιλιάδων εκμεταλλεύσεων.Επιπλέον, η διαταραχή στις θαλάσσιες μεταφορές έχει αυξήσει το κόστος των εισαγόμενων αγροτικών εφοδίων, από σπόρους και φυτοπροστατευτικά μέχρι μηχανήματα και ανταλλακτικά. Οι καθυστερήσεις στα διεθνή δρομολόγια και η αύξηση των ναύλων έχουν επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τους παραγωγούς, οι οποίοι βλέπουν το κόστος παραγωγής να ανεβαίνει σε επίπεδα που δεν μπορούν να απορροφήσουν.
Όπως αναφέρθηκε, οι εξελίξεις αυτές δεν αποτελούν μια παροδική κρίση, αλλά μια νέα πραγματικότητα που απαιτεί άμεση προσαρμογή και εθνική στρατηγική. Η Ελλάδα οφείλει να θωρακίσει τον πρωτογενή τομέα απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις, μειώνοντας την ενεργειακή εξάρτηση, ενισχύοντας την εγχώρια παραγωγή εφοδίων και στηρίζοντας οικονομικά τους παραγωγούς που βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα πρωτοφανές κύμα αυξήσεων.
Στατιστική έρευνα: Η επόμενη δεκαετία της ελληνικής γεωργίας – Εγκατάλειψη, ερημοποίηση και αβέβαιο μέλλον
Στη συζήτηση παρουσιάστηκαν ανησυχητικά στατιστικά στοιχεία για το μέλλον της ελληνικής γεωργίας. Σύμφωνα με την Eurostat, μόλις το 7,2% των Ελλήνων αγροτών είναι κάτω των 40 ετών, ενώ πάνω από το ένα τρίτο έχει ήδη περάσει τα 65. Η Ελλάδα διαθέτει έναν από τους πιο γερασμένους αγροτικούς πληθυσμούς στην Ευρώπη, γεγονός που καθιστά τον πρωτογενή τομέα εξαιρετικά ευάλωτο σε φαινόμενα εγκατάλειψης.
Τα ευρήματα ευρωπαϊκής έρευνας της Ipsos για την CropLife Europe δείχνουν ότι ένας στους δύο αγρότες στην ΕΕ σκέφτεται να εγκαταλείψει το επάγγελμα μέσα στην επόμενη δεκαετία. Με δεδομένη τη δημογραφική πραγματικότητα της Ελλάδας, η τάση αυτή αναμένεται να αποτυπωθεί ακόμη εντονότερα στη χώρα μας.
Ήδη, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, μέσα στο 2025 περισσότεροι από 75.000 άνθρωποι εγκατέλειψαν τα αγροτικά επαγγέλματα, οδηγώντας σε μείωση 18,5% στην απασχόληση του πρωτογενή τομέα. Παράλληλα, πάνω από 1,5 εκατομμύριο στρέμματα αγροτικής γης παραμένουν ακαλλιέργητα, με τις εκτιμήσεις να δείχνουν ότι ο αριθμός αυτός μπορεί να αυξηθεί κατά 20–30% την επόμενη δεκαετία, εάν δεν υπάρξουν άμεσα μέτρα. Η ερημοποίηση της υπαίθρου, η μετανάστευση νέων ανθρώπων προς τις πόλεις ή το εξωτερικό και η απουσία προοπτικής δημιουργούν ένα ζοφερό σκηνικό για το μέλλον της ελληνικής παραγωγής.
Η ανάγκη για εθνική στρατηγική – Μια ευκαιρία μέσα στην κρίση
Ο κ. Καφάτσος υπογράμμισε ότι, παρά τις δυσκολίες και τις διεθνείς αναταράξεις, η παρούσα συγκυρία αποτελεί ταυτόχρονα μια ιστορική ευκαιρία για την Ελλάδα να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο του πρωτογενή τομέα στην εθνική οικονομία. Η εκτίναξη των τιμών ενέργειας, η αύξηση του κόστους των εισαγωγών και η αβεβαιότητα στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες καθιστούν πλέον σαφές ότι η χώρα δεν μπορεί να συνεχίσει να βασίζεται σε φθηνά εισαγόμενα προϊόντα, τα οποία συχνά είναι χαμηλής ποιότητας και αμφίβολης ασφάλειας.
Όπως τόνισε, η Ελλάδα διαθέτει όλα τα συγκριτικά πλεονεκτήματα για να αναπτύξει έναν ισχυρό, αυτάρκη και εξωστρεφή πρωτογενή τομέα: εύφορα εδάφη, κλιματικές συνθήκες που ευνοούν ποιοτικές καλλιέργειες, πλούσια βιοποικιλότητα και παραγωγούς με τεχνογνωσία και εμπειρία. Αυτό που λείπει είναι μια συνεκτική εθνική στρατηγική, με σταθερούς κανόνες, θεσμική προστασία και πραγματική στήριξη.
Η κρίση, όπως συζητήθηκε μπορεί να μετατραπεί σε ευκαιρία, εφόσον η πολιτεία προχωρήσει άμεσα σε στοχευμένες παρεμβάσεις: μείωση του κόστους παραγωγής, ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής εφοδίων, αυστηροί έλεγχοι στις εισαγωγές, προστασία από αθέμιτο ανταγωνισμό και αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων για επενδύσεις σε υποδομές, άρδευση και ψηφιακό μετασχηματισμό της γεωργίας. Η ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής δεν αποτελεί μόνο οικονομική επιλογή, αλλά και ζήτημα εθνικής ασφάλειας, καθώς η επισιτιστική επάρκεια της χώρας δεν μπορεί να αφεθεί στις διαθέσεις των διεθνών αγορών.
Ο κ. Καφάτσος τόνισε ότι, εάν δοθούν τα κατάλληλα κίνητρα και οι απαραίτητες εγγυήσεις, οι Έλληνες παραγωγοί μπορούν να αυξήσουν και να διπλασιάσουν την παραγωγή τους, προσφέροντας ποιοτικά και ασφαλή προϊόντα σε προσιτές τιμές για τον Έλληνα καταναλωτή. Η ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής θα μειώσει την εξάρτηση από εισαγωγές, θα σταθεροποιήσει τις τιμές, θα δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας στην ύπαιθρο και θα συμβάλει στην αναζωογόνηση των αγροτικών περιοχών που σήμερα ερημώνουν.
Όπως χαρακτηριστικά ειπώθηκε στη συνάντηση, «η Ελλάδα δεν μπορεί να συνεχίσει να είναι θεατής στην ίδια της την αγορά». Η διεθνής κρίση αποτελεί μια πρώτη τάξεως ευκαιρία για να τεθεί ο πρωτογενής τομέας στο επίκεντρο της εθνικής στρατηγικής, όχι ως πρόβλημα προς διαχείριση, αλλά ως μοχλός ανάπτυξης, σταθερότητας και ασφάλειας για το μέλλον της χώρας.
Μήνυμα συμπαράστασης του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Παντελεήμονος
Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης κ.κ. Παντελεήμων, ακούγοντας με προσοχή τις ανησυχίες και τα αδιέξοδα που βιώνουν οι άνθρωποι του πρωτογενή τομέα, εξέφρασε τη βαθιά του συμπαράσταση προς τους Έλληνες παραγωγούς. Τόνισε ότι η Εκκλησία και ο αγροτικός κόσμος πορεύονται μαζί εδώ και αιώνες, μοιράζονται κοινές αξίες, κοινές δυσκολίες και κοινό μόχθο, και ότι η Εκκλησία δεν θα πάψει ποτέ να στέκεται δίπλα στους ανθρώπους που κρατούν ζωντανή την ελληνική γη. «Η Εκκλησία ακούει, κατανοεί και συμπαρίσταται στον αγώνα σας», σημείωσε χαρακτηριστικά, υπογραμμίζοντας ότι η Μητρόπολη θα είναι παρούσα σε κάθε προσπάθεια που στηρίζει τον πρωτογενή τομέα και ενισχύει την ελληνική παραγωγή. Με λόγο πατρικό και εμψυχωτικό, ο Σεβασμιώτατος διαβεβαίωσε ότι η Εκκλησία θα συνεχίσει να αποτελεί σταθερό σύμμαχο σε αυτή τη δύσκολη περίοδο, δηλώνοντας έτοιμη να συμβάλει όπου χρειαστεί.