Η ΝΙΚΗ καταγγέλλει «κράτος εν κράτει» των servicers – Σοβαρές παραλείψεις της ΑΑΔΕ σε doValue και CEPAL
Η ΝΙΚΗ καταγγέλλει «κράτος εν κράτει» των servicers – Σοβαρές παραλείψεις της ΑΑΔΕ σε doValue και CEPAL
Το κόμμα ΝΙΚΗ καταγγέλλει σοβαρές παραλείψεις της ΑΑΔΕ απέναντι σε δύο από τους μεγαλύτερους διαχειριστές μη εξυπηρετούμενων δανείων, τις εταιρείες doValue και CEPAL, κάνοντας λόγο για «προκλητική ανοχή» και «φορολογική ασυλία».
Facebook
X (Twitter)
LinkedIn
Αντιγραφή Συνδέσμου
Ομάδα σύνταξης moneypress Insideworld
Στο επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης επανέρχεται το ζήτημα της λειτουργίας των servicers «κόκκινων» δανείων, μετά την κοινοβουλευτική ερώτηση που κατέθεσε η ΝΙΚΗ προς τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών. Το κόμμα καταγγέλλει σοβαρές παραλείψεις της ΑΑΔΕ απέναντι σε δύο από τους μεγαλύτερους διαχειριστές μη εξυπηρετούμενων δανείων, τις εταιρείες doValue και CEPAL, κάνοντας λόγο για «προκλητική ανοχή» και «φορολογική ασυλία».
Σύμφωνα με την ερώτηση, οι δύο εταιρείες διαχειρίζονται δάνεια δισεκατομμυρίων ευρώ, εφαρμόζοντας – όπως αναφέρει η ΝΙΚΗ – επιθετικές πρακτικές εις βάρος χιλιάδων πολιτών. Παρά το μέγεθος της δραστηριότητάς τους, η φορολογική διοίκηση εμφανίζει ανεξήγητη αδράνεια, με αποτέλεσμα κρίσιμες φορολογικές χρήσεις να έχουν ήδη παραγραφεί ή να κινδυνεύουν άμεσα να παραγραφούν. Η μετατροπή του Φορολογικού Πιστοποιητικού από υποχρεωτικό σε προαιρετικό θεωρείται από το κόμμα ότι έχει αποδυναμώσει τον ελεγκτικό μηχανισμό.
Ιδιαίτερα ανησυχητική χαρακτηρίζεται η περίπτωση της CEPAL, όπου ο τακτικός φορολογικός έλεγχος που είχε ανακοινωθεί το 2022 αναβλήθηκε έως το τέλος του 2026, δημιουργώντας – όπως σημειώνει η ΝΙΚΗ – ένα «σκανδαλώδες τετραετές κενό». Παράλληλα, η doValue, ο μεγαλύτερος servicer της ελληνικής αγοράς, δεν έχει ελεγχθεί ποτέ για κρίσιμες χρήσεις από τη φορολογική διοίκηση.
Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, οι servicers διαχειρίζονται πλέον περίπου 80 δισ. ευρώ σε μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Η αγορά αυτή έχει εξελιχθεί σε έναν από τους πιο κρίσιμους πυλώνες του χρηματοπιστωτικού συστήματος, με τέσσερις μεγάλους παίκτες να ελέγχουν σχεδόν το σύνολο των χαρτοφυλακίων. Παρά τις συνεχείς ρυθμίσεις, μεγάλο μέρος των δανείων παραμένει «παγωμένο», ενώ η αποτελεσματικότητα των λύσεων που προσφέρονται αμφισβητείται έντονα.
Οι πολιτικές αιχμές της ΝΙΚΗΣ
Η ΝΙΚΗ υποστηρίζει ότι τα funds και οι servicers «λειτουργούν ως κράτος εν κράτει», υπονομεύοντας την κοινωνική συνοχή, την προστασία της πρώτης κατοικίας και την αξιοπιστία του φορολογικού συστήματος. Το κόμμα προχωρά σε συγκεκριμένες προτάσεις, τις οποίες πλέον παρουσιάζει σε συνοπτική μορφή.
Πρώτον, ζητά την κατάργηση των πλειστηριασμών, υποστηρίζοντας ότι η σημερινή διαδικασία οδηγεί χιλιάδες πολίτες σε οικονομική ασφυξία και εξυπηρετεί δυσανάλογα τα συμφέροντα των funds.
Δεύτερον, προτείνει τη διάλυση των funds μέσω ταχέων εκκαθαρίσεων, θεωρώντας ότι η λειτουργία τους έχει ξεφύγει από κάθε θεσμικό έλεγχο και έχει μετατραπεί σε παράλληλο μηχανισμό πίεσης προς τους δανειολήπτες.
Τρίτον, εισηγείται τη μεταφορά όλων των κόκκινων δανείων σε Δημόσιο Οργανισμό, ώστε η διαχείρισή τους να γίνεται με κοινωνικά κριτήρια και όχι με κερδοσκοπικές πρακτικές.
Τέταρτον, ζητά μια κοινωνικά δίκαιη ρύθμιση του ιδιωτικού χρέους, η οποία θα λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές δυνατότητες των πολιτών και θα περιλαμβάνει μόνιμη προστασία της πρώτης κατοικίας.
Τέλος, η ΝΙΚΗ δηλώνει ότι στέκεται στο πλευρό των πολιτών, υπερασπιζόμενη τα δικαιώματα των δανειοληπτών και καταγγέλλοντας την αδράνεια της φορολογικής διοίκησης, η οποία – σύμφωνα με το κόμμα – επιτρέπει στους servicers να λειτουργούν ανεξέλεγκτα.
Η κοινοβουλευτική παρέμβαση της ΝΙΚΗΣ επαναφέρει στο προσκήνιο ένα από τα πιο ακανθώδη ζητήματα της ελληνικής οικονομίας: τη λειτουργία των servicers και τον έλεγχο των funds που διαχειρίζονται τεράστια χαρτοφυλάκια «κόκκινων» δανείων. Η καταγγελία περί «κράτους εν κράτει» δεν αφορά μόνο τις πρακτικές απέναντι στους δανειολήπτες, αλλά και την αδυναμία του κράτους να ασκήσει ουσιαστικό φορολογικό και διοικητικό έλεγχο.
Το θέμα αναμένεται να προκαλέσει έντονη πολιτική συζήτηση, καθώς η κυβέρνηση καλείται να απαντήσει για τις καθυστερήσεις στους ελέγχους, ενώ η κοινωνική πίεση για προστασία της πρώτης κατοικίας και δίκαιη ρύθμιση του ιδιωτικού χρέους αυξάνεται.